Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Στη λέξη που αρχίζει από "πι"...




Πονάω.
Ο ήλιος μου δύει την ίδια ώρα που ανατέλλει.
Πονάς.
Τα ρούχα σου ένας σωρός ξυλωμένων κλωστών στη γωνιά του δωματίου.
Πονάει.
Το μυαλό του ένα πιάνο παλιό και οι σκέψεις του πλήκτρα στην αγκαλιά της αποσύνθεσης.
Πονάμε.
Η πρώτη νότα της πιο γλυκιά μας μελωδίας πνίγεται σε ουρλιαχτά υπόγειων μαγισσών.
Πονάτε.
Τα νεόχτιστα μπουμπούκια της αυλή σας ταπεινοί υπήκοοι της τυραννίας του γέρικου δέντρου.
Πονούν.
Οι φυσαλίδες των ονείρων τους θύματα των κεντριών του εφιάλτη.
Και ο πόνος τους ίσος με το δικό μου και το δικό σου.
Με το δικό μας και το δικό σας.
Πόν-ως;

Θα 'θελα αλήθεια να μάθω αν το μυαλό σου κυβερνούν ποιήματα ή εξισώσεις μαθηματικές. Τότε ίσως, λέω ίσως, να σταματούσα να πονάω.

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

Ίσως > Σίγουρα


Αν δεν υπήρχε αυτό το "ίσως", τότε ίσως ο κόσμος αυτός θα ήταν καλύτερος. Ωπ, να το πάλι το καταραμένο. Πώς εκσφενδονίζεται πάντα έτσι αυθόρμητα από το στόμα σου;
Από τη μία σκέφτομαι: ίσως (ξανά και ξανά πφφ) να είναι αυτό το κάτι που σου προσφέρει το μυστήριο, που σε κρατάει σε εγρήγορση, η σωτηρία από την ανία και την προσχεδιασμένη σου καθημερινότητα.
Από την άλλη: όταν τον εγκεφαλικό σου χώρο καταλαμβάνουν χωρίς αιδώ αυτά τα τέσσερα γραμματάκια, που ανενόχλητα και αενάως φωσφορίζουν, συνθλίβοντας την προσδοκία κάθε άλλης αισόδοξης σκέψης, τότε ίσως (να το ξανά και ξανά) είναι που βιώνεις την ανθρώπινη ανασφάλεια στο απόγειό της. Τόσο μικρή λέξη, κι όμως τόσο μεγάλη καταστροφή. Το "ίσως", κρατώντας σφιχτά το καμτσίκι του, σε μαγιστώνει αλύπητα και σου θυμίζει για πολλοστή φορά πόσο αδύναμη είναι η ανθρώπινη φυλή. Μια κουκίδα, ένας πιστός και σκυφτός υπηρέτης στη διάθεση του θεού του "σίγουρα".
Ξεσκονίζοντας τις προσωπικές μου εμπειρίες, διαπιστώνω ότι οι πιο βασανιστικές μου σκέψεις περιστρέφονται γύρω απ' αυτή λέξη - με φορά και ρυθμό που η λέξη αυτή πάντα καθορίζει. Σκέψεις που σου σπάνε το μαυλό, που σου τρώνε την ψυχή, που σε κάνουν να ανρωτιέσαι αν αυτό στο οποίο βρίσκεσαι είναι η ίδια η ζωή ή ένα όνειρο, αν η ζωή και το όνειρο είναι το ένα και το αυτό, αν στην πραγματικότητα έζησες ποτέ ή αν απλά νόμιζες ότι έζησες, αν εσύ που αναπνέεις και εσύ που σκέφτεσαι είστε το ίδιο πρόσωπο, αν... αν... αν... Η απάντηση ποτέ δεν έρχεται, πάντα την προλαβαίνει αυτό το "ίσως ".
Ίσως (...) το "ίσως" να είναι ο λόγος που είσαι εδώ, ο λόγος γι' αυτό που αποκαλείται "ζωή". Αυτό που προκαλεί τη ζωή, που την κατευθύνει, ο λόγος που την συνεχίζει ή την τερματίζει. Η ζωή και ο θάνατος είναι το "ίσως". Κρίμα, ξέρω πόσο θα ΄θελες να ζεις με σιγουριά. Να είσαι σίγουρος τόσο γι' αυτά που έζησες όσο και γι' αυτά που θα ζήσεις. Πόσο εύχεσαι το "σίγουρα" να νικούσε το "ίσως", να του 'κλεβε το στέμμα και να βάδιζε με υπερηφάνια προς το θρόνο του. Και συ πανηγυρικά να χειροκροτούσες. Να χειροκροτούσες πανηγυρικά τη σίγουρη ζωή σου. Τη σίγουρη ζωή σου και το σίγουρο θάνατό σου. Όχι λάθος, το σίγουρο θάνατό σου μόνο.

Η απαισιοδοξία της χαράς και η αισιοδοξίας της θλίψης σου.

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

-



Πες μου, αλήθεια.
Θα συνεχίσεις να ακούς αυτό το χιλιοτσαλακωμένο τραγούδι;
Και καμία λέξη να μη σχηματίζουν τα χείλια σου.
Να το ακούς και να σωπαίνεις.
Και όταν σωπαίνεις, τότε να θέλεις να ξεράσεις έναν χείμαρρο ουρλιαχτών.
Και όταν ουρλιάζεις, τότε να θέλεις να σωπαίνεις.

Το ξέρω όταν λες καλημέρα, μυστικά καταριέσαι.
Και όταν τα δάκτυλά σου χάνονται σε μπερδεμένες μπούκλες, με λύσσα θες να τις τεντώσεις.
Και όταν στο μέτωπο φιλάς, ξέρω θες να το ρουφήξεις.
Και όταν από τη μέση με κρατάς, στα δύο θέλεις να με σπάσεις.

Όταν το ποτήρι κρασί κόκκινο ξεχειλίζει, μ' ενα σκούντημα το χύνεις.
Και όταν το τσιγάρο σου ανάβουν, στο πεζοδρόμιο το λιώνεις.
Και όταν χύνεται η αγαπημένη σου μελωδία, το ραδιόφωνο ψαλιδίζεις.
Και όταν χαμόγελα σου στέλνουν, εσύ σε δάκρυα ξεσπάς.

Και όταν στην πόρτα των ονείρων κοντοζυγώνεις, μαρμάρινος στέκεσαι.
"Απαγορεύεται η είσοδος" διαβάζεις.
Σωστά διαβάζεις.
Μη μπεις στα όνειρα. Δε μπορείς να μπεις στα όνειρα.
Μη μπεις στο όνειρό μου. Δε μπορείς να μπεις στο όνειρό μου.
Μα πώς να μπεις στο όνειρό μου όταν δε μπορείς δικά σου όνειρα να φτιάξεις;
Όταν δε θέλεις δικά σου όνειρα να φτιάξεις.
Όταν σου λένε σαγαπώ και συ ανοίγεις τη χούφτα σου και τους δίνεις ένα κόκκινο αηδόνι.

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Υπερχείλιση

No inspiration today, απλά 3 πράγματα που σημάδεψαν τη μέρα μου.

*Το τελευταίο κομμάτι από την τελευταία μου ολλανδική σοκολάτα.
*Homemade καρτ ποστάλ από τον ναό της ολλανδικής καλτίλας.

*Και αυτό το τραγούδι που έχει στοιχειώσει το ipod μου ολημερίς.
Γιατί είμαι μια ανθρώπινη μύγα. ζζζζ


ΥΓ: Αγνοήστε αυτό το ποστ.

Bis bald!

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Αθήνα, δυο μέρες μετά


Γέλιο - κλάμα. Κλάμα - γέλιο. Σιωπή.
Και το ίδιο από την αρχή. Ξανά και ξανά.
Ώσπου καταλήγω να χορεύω με την αντανάκλαση του καθρέφτη.
Και με τα ποδήλατα που αχνοφαίνονται στο βάθος.
Στις όχθες των καναλιών.
Χαιρετώ το τραμ.
Μ' ένα κομμάτι μηλόπιτα στο χέρι.
Και μ' ένα στριφτό στο άλλο.
Μούδιασμα ποδιών, μελανιές χεριών.
Συνεχίζω να προχωρώ,
Βροχή και αέρας φονιάς.
Ομπρέλες και αδιάβροχα.
Συνεχίζω να προχωρώ.
Σκισμένος χάρτης, σπασμένη πυξίδα.
Συνεχίζω να προχωρώ.
Χλωμά πρόσωπα, κορμιά γιγάντων.
Συνεχίζω να προχωρώ.
Ένα λυπημένο χαμόγελο στην Άννα Φρανκ, τα σέβη μου στον φαν Χοχ.
Και συνεχίζω να προχωρώ.
Κύκνοι στο νερό, γυναίκες στις βιτρίνες.
Κόκκινα φώτα και συνεχίζω να προχωρώ.
Δε με νοιάζει να χαθώ.
Μόνο να μένω μέσα τους κύκλους θέλω.
Όχι στην αρχή και όχι στο τέλος.
Μόνο μέσα στους κύκλους,
Όχι στην πρώτη μέρα και όχι στην πέμπτη.
Μόνο μέσα στους κύκλους.
Μα οι μόνοι κύκλοι που μένουν είναι αυτοί στην επιφάνεια του καθρέφτη.
Αυτούς που ζωγραφίζω με το άγγιγμά μου στο γυαλί.
Αυτούς που ζωγραφίζω μέσα στο κεφάλι μου.
Αυτούς που πάντα ζωγράφιζα μέσα στο κεφάλι μου.
Αυτούς που η πόλη των καναλιών κατάφερε να ταράξει.
Μα μόνο για λίγο.
Γιατί, άνάθεμα, πέρασε και η πέμπτη μέρα.
Και γω συνεχίζω να χορεύω με τον εαυτό μου.



ΥΓ: Nouvelle Vague,7/11/2009 Gagarin. Απλά ΕΠΡΕΠΕ να είσαι εκεί.

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

2 είναι οι μέρες μου


Η ώρα είναι δέκα και μισή, η κυρία καφετιέρα κελαηδάει γλυκά και το πρώτο τσιγάρο μου λέει καλημέρα.
Και γω μένω να κοιτάω τον τοίχο.
Γιατί με θυμάμαι πάντα ξαπλωμένη στο πίσω κά8ισμα του αυτοκινήτου, με το κεφάλι μου ακουμπισμένο στα γονατά της και το παλιό μας κασετόφωνο να παίζει Αρλέτα. Και οι μουντοί γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι να μην τελειώνουν ποτέ.
Και τώρα μαζί με 3 άλλες μάγισσες 8έλω να κατακτήσω ολλανδικά κανάλια.
Και 8α το κάνω.
Σε μια μέρα και μια μέρα.


''Αμα ιδείς μες σ' έναν κόκκο άμμου ολάκερο τον κόσμο
Και σ' ένα αγριολούλουδο ιδείς τον Ουρανό
Σημαίνει πως το Άπειρον στα χέρια σου κρατάς
Και την Αιωνιότητα πως ζεις σε μία μόνον ώρα" -William Blake

Ουρανός. Άπειρον. Αιωνιότητα. Άμστερνταμ. Ένας κόκκος άμμου κι ο ουρανός ολόκληρος.

YΓ: *Και αυτό για την Mutti μου*

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Μια παλάμη μακριά


Και δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο.
Μόνο το τεράστιο υπεργαλαξιακό καράβι που θα με πάει στη χώρα με τις τουλίπες.
Σε πέντε μέρες.
Σε πέντε μέρες σου λέω θα έχω θέση δίπλα στο παράθυρο.
Και τα συννεφάκια 8α στριμώχνονται για το ποιο 8α με χαιρετήσει πρώτο.

Δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο. Το πιστεύεις;
Ούτε εσένα ούτε το βαλς των κορμιών μας στο σιδερένιο μου κρεβάτι, αυγουστιάτικο ξημέρωμα.
Ούτε την αγκαλιασμένη κατάβαση Σύνταγμα - Θησείο. Αντίο.
Μαρμάρινο πλάσμα, πάντα κινείσαι μα πάντα μένεις εκεί.
Σε 5 μέρες διάολε.

Βαρέθηκα ν' αναρωτιέμαι αν θα μπορέσω να περιμένω μέχρι τη νύχτα που θα καταλάβεις ότι είμαι η μέρα σου.
Όπως βαρέθηκα και να χάνομαι στους δρόμους αυτής της πόλης.
Όχι, ψέμα. Βαρέθηκα επειδή δε μπορώ να χαθώ στους δρόμους αυτής της πόλης.
Κάθε γωνία ένα φιλί, κάθε βρωμόστενο ένα δάκρυ, κάθε φανάρι ένα σ'αγαπώ.

Δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο.
Ούτε εκείνα τα λόγια.
Λόγια δικά σου, λόγια δικά μου, λόγια δικά τους, λόγια, λόγια, λόγια, αλήθεια, ψέμα, ευχή, κατάρα, λόγια, λόγια, λόγια, μόνο λόγια -Στοπ.

Δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο.
Ξεχαρβάλωσα τα εγκεφαλικά μου γρανάζια επίτηδες.
Άσκοποι κύκλοι, άσκοπες σκέψεις, άσκοπες μνήμες - ας πάνε στο καλό.

Δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο.
Ούτε το κόκκινο χαστούκι σου στο χιονισμένο μου μάγουλο.
Ούτε την ζωγραφισμένη δαγκωματιά μου στο μπράτσο σου.
Ούτε τους στίχους από τ' αγαπημένο μου τραγούδι δε σκέφτομαι.
Αλήθεια, δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο.
Τίποτ' άλλο, στ' ορκίζομαι.
Παρά μόνο το πρώτο στριφτό τσιγάρο που θ' ανάψω στην πλατεία με τους μουσικούς και τα ποδήλατα.
Σε πέντε μέρες.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Everyday is like sunday


Κυριακή σήμερα. Και ξέρεις πόσο μισώ τις Κυριακές.

Είναι ένα τίποτα, ένα μηδενικό, μια τρύπα στο νερό, ένα δωδεκάωρο στο κρεβάτι, ένα δωδεκάωρο σε μια νεκροζώντανη οθόνη, ένα σι ντι στο ρι πιτ, πενήντα άδειες σελίδες τετραδίου, είκοσι τσιγάρα που αναβοσβήνουνε το ένα πίσω απ' τ' άλλο, μια ασταμάτητη βροχή, μια ατέλειωτη υπόγεια διαδρομή.

Γκρι είναι οι Κυριακές. Ούτε μαύρο ούτε άσπρο. Μόνο γκρι. Το άσπρο της ευτυχίας σου και το μαύρο της δυστυχίας σου στο μίξερ. Ένα γκρι ανθρωπάκι. Ένα ανθρωπάκι χωρίς πρόσωπο, ακίνητο, αμίλητο, ανέκφραστο. Ένα ανθρωπάκι που λατρεύεις να μισείς γιατί δεν έχεις λόγο ν' αγαπάς.

Η Κυριακή σου... Ο αποδιοπομπαίος τράγος της τραγικής εβδομάδας σου. Το τραγικό της τέλος και η τραγική σου κάθαρση.
Τραγωδία της Δευτέρας, καλωσήρθες.

ΥΓ: Θα πρέπει πραγματικά και μ' όλη μου την ψυχή να μισώ τις Κυριακές, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το τιρσενικό μου Σάββατο κατόρθωσε ν' αποδράσει από τη σφαίρα της ουτοπίας (μετά από πολύωρη αναμονή έξω από fuzz - πόλεμο σώμα με σώμα για τα τελευταία εισιτήρια που γλίτωσαν λόγω ακύρωσης - χαλάλι οι μελανιές).


Γιατί αν μάθεις να ζεις με τη σκόνη, θα μάθεις και πώς να την καθαρίζεις.
5 μέρες για Άμστερνταμ και συνεχίζουμε.

*Τσιμπήστε και έναν κυριακάτικο Morissey.
Καληνύχτα.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Ωδή στον Yann Tiersen


Πανεπιστημίου 42, ώρα 18:30.
-Γεια σας. 2 εισιτήρια για Yiann Tiersen θέλω.
-Sold out.
-Tι;;;
-Sold out σου λέω! Από την Τρίτη.
Με μάτια ακόμα γουρλωμένα γυρίζεις την πλάτη σου στον -κάποτε συμπαθητικό/απόλυτα μισητό πλέον- τύπο του ταμείου και με βήμα αργό κατευθύνεσαι προς την έξοδο της στοάς. Το όνειρό σου για μια νύχτα έρωτα με το τιρσενικό βιολί καταρρέει μπροστά στα μάτια σου με ιλιγγιώδη ταχύτητα και η Αμελί θα μείνει για πάντα φυλακισμένη στις ίντσες της οθόνης σου. Η Παρασκευή, χορεύοντας ξεδιάντροπα με το νούμερο 13, μόλις βρήκε το πρώτο θύμα της.
Δε θα δεις τον Τιρσέν αυτό το Σάββατο. Ίσως και κανένα Σάββατο.
Δε θα ακούσεις το "Le Noyee" αυτό το Σάββατο. Ούτε το "Le Banquet". Ούτε αυτό ούτε το επόμενο Σάββατο.
Το πολυπόθητο μικρό χαρτάκι λικνίζεται επιδεικτικά πάνω από το κεφάλι σου και σου βγάζει τη γλώσσα του. Και με τον πρώτη νότα του σαββατιάτικου ακορντεόν -παφ!- εξαφανίζεται. Και μένει μόνο σκόνη. Η σκόνη που μένει πάντοτε. Γνώριμη σκόνη. Η σκόνη που σε περικυκλώνει κάθε μέρα. Η σκόνη που προκλητικά φλερτάρει μαζί σου κάθε μέρα. Η σκόνη που σε πνίγει κάθε μέρα. Μια θύελλα, ένας στρόβιλος σκόνης. Η σκόνη με την οποία πρέπει να ζεις. Η σκόνη με την οποία πρέπει να μάθεις να ζεις. Η σκόνη αυτή είναι η ζωή σου ολόκληρη. Και ολόκληρη η ζωή σου είναι αυτή η σκόνη...
Πες μου αλήθεια... Ακόμα δεν έμαθες να ζεις μ' αυτήν τη σκόνη;


''Η πιο μεγάλη λύπη γελάει και η πιο μεγάλη χαρά κλαίει"
William Blake

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Μεταμεσονύχτιο παραλήρημα


Και να, ξέρεις... είναι από κείνες τις μέρες που δε θέλεις να κάνεις απολύτως τίποτα.
Που 8έλεις να καταλάβεις αυταρχικά το κρεβάτι σου, να παρακαλάς να μη σου χτυπήσει κανένας την πόρτα. Να μην βλέπεις τίποτα έξω από το παράθυρο, να μην ακούς τους ψιθύρους των περαστικών. Να καρφώσεις τα μάτια σου στο ταβάνι. Όχι, να μην τα καρφώσεις- καλύτερα να τα κλείσεις. Ναι, να τα κλείσεις. Και να βυθιστείς. Να βυθιστείς και να μην ξαναβγείς στην επιφάνεια. Να βυθίζεσαι αργά αργά και όπου σε βγάλει. Μπορεί να επιστρέψεις στο ίδιο μέρος. Μπορεί όμως να χα8είς και να μην ξαναγυρίσεις.
Μα... και αν χαθείς και δεν ξαναγυρίσεις; Τότε τι 8α κάνεις; Να φοβηθείς; Όχι να μη φοβηθείς. Γιατί 8α έχεις αφήσει μια για πάντα το άστατο κρεβάτι σου, το άστατο εγώ σου. Γιατί 8α απαλλαχθείς μια για πάντα από την υποτι8έμενη ευτυχία σου, απο την υποτι8έμενη δυστυχία σου. Από το γέλιο και το κλάμα σου. Από την αλή8εια και το ψέμμα σου. Όχι μόνο το δικό σου, αλλά και το δικό τους. Και 8α πέσεις στο κενό. Μακριά από σένα και μακριά απ' αυτούς. Θα πέφτεις και 8α πέφτεις. Και δε 8α σταματάς. Και είναι αλήθεια, υπάρχουν στιγμές που θα νοσταλγήσεις το γυρισμό σου... Που θα θελήσεις να ξαναντικρύσεις το κρεβάτι σου... Η καθημερινότητα είναι το χειρότερο ναρκωτικό. Μα, δεν αξίζει να το 8υσιάσεις για το απόλυτo κενό; Ή μάλλον... για το απόλυτο "καινό";
Και αν επιστρέψεις στο ίδιο μέρος; Και αν βρεις και πάλι το δρόμο του γυρισμού; Και αν βρεθείς ξανά στο κρεβάτι σου; Τότε ίσως φίλε μου δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα να χαθείς... Ίσως δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα να πέσεις στο καινό... Μόνο στο δικό σου κενό. Και η επόμενη μέρα θα είναι ίδια και απαράλλαχτη... Και η μεθεπόμενη...

It's the final countdown



Να τι παθαίνεις όταν ακούς Tiersen ξημερώματα και σε 9 μέρες φεύγεις για Amsterdam...
Πρόσ8εσε και 2 ποτήρια κόκκινο κρασί.


Εγώ θα φύγω σου λέω. Και ας στο 'χω ξαναπεί.
Και ας σου χω ξαναπεί πως εγώ δε μένω άλλο στον τόπο τούτο.
Στον τόπο που τόσα χρόνια νόμιζα πως με ανέβαζε.
Μα στην πραγματικότητα με κατέβαζε.
Σ' ένα λάκκο υπο το μηδέν, σε ένα τοπίο καμμένο και μάταιο.
Που όμως έμοιαζε με περιβόλι λουλουδιασμένο.
Μα δεν ήταν, όχι δεν ήταν... Καθόλου δεν ήταν,
Και αλήθεια... ξέρεις πόσο θα 'θελα να ήταν;
Ένα περιβόλι απέραντο. Ένα περιβόλι πολύχρωμο. Ένα περιβόλι δικό μου. Ένα περιβόλι δικό σου. Ένα περιβόλι δικό μου και δικό σου.
Μα δεν ήταν σου λέω...
Γι' αυτό και γω θα φύγω. Θα φύγω για περιβόλια άλλα.
Τι μου 'χει μείνει εξάλλου; Ένα σπασμένο ακορντεόν, μια άδεια βαλίτσα, μια άδεια καρδιά, μια σπασμένη ζωή....
Και αυτή η μουσική που στοιχειώνει το κεφάλι μου.
Αυτή η καταραμένη μουσική.Αυτό το καταραμένο τραγούδι.
Αυτό το καταραμένο πιάνο δε λέει να σωπάσει...
Και αυτοί οι καταραμένοι ψίθυροι δε λένε να σιγήσουν...
Αυτοί οι καταραμένοι ψίθυροι, αυτές οι καταραμένες λέξεις.
Νομίζεις πως μου τραγουδούν γλυκά, μα ανελέητα με χτυπούν.
Γι΄ αυτό και γω φεύγω. Εγώ φεύγω σου λέω.
Χρειάζομαι καινούριους ψιθύρους. Χρειάζομαι καινούριο πιάνο...
Τι; Να σε πάρω μαζί μου;
Όχι, εσύ δεν πρέπει να 'ρθεις μαζί μου. Εσένα δε μπορώ να σε πάρω μαζί μου. Εσένα δε θέλω να σε πάρω μαζί μου.
Γιατί; Ρωτάς γιατί; Αλήθεια ξεχνάς γιατί;
Εσύ μου έσπασες το ακόρντεον, εσύ μου άδειασες τη βαλίτσα, εσύ μου άδειασες την καρδιά, εσύ μου έπσασες τη ζωή.
Και τώρα εγώ φεύγω.

YΓ:Τώρα που είπα Tiersen, να θυμηθώ αύριο να βγάλω εισιτήριο.

Η ώρα είναι 3:02 π.μ.


... Και μόλις απέκτησα και γω το δικό μου blog. Γιατί; Δεν ξέρω. Ίσως γιατί ήθελα πραγματικά ν' αποκτήσω, ίσως γιατί νόμιζα ότι ήθελα ν' αποκτήσω, ίσως γιατί οι διαδικτυακές μου αϋπνίες χτύπησαν κόκκινο, ίσως γιατί ζήλεψα τους άλλους που είχαν (ε και ξέρεις αυτό το μικρό πράσινο τερατάκι είναι που συνήθως φταίει για όλα), ίσως γιατί ήταν από αυτά τα πράγματα που πάντα είχες στο μυαλό σου να κάνεις, αλλά ποτέ δεν τα κάνεις μέχρι που έρχεται αυτή η στιγμή που τελικά τα κάνεις, ίσως γιατί ήθελα την δική μου κουκκίδα μέσα σ' αυτό το χάος, ίσως γιατί πολύ απλά θα την βρίσκω να πατάω edwmoutzourwnw.blogspot.com, ίσως γιατί αύριο θα είναι το νέο της ημέρας όταν μιλήσω στο τηλέφωνο με την κολλητή μου, ίσως για να νιώσω ότι έκανα κάτι σήμερα, ίσως γιατί ηδονίζομαι -καλή ώρα- να παραληρώ... Μπα... Βασικά για να κάνω μουτζούρες το έκανα.
Καληνύχτα.