Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Πράξη πρώτη.


Βουβό ταλάντευμα θηλυκής σαρκός πάνω σε ξεπλυμένα μάρμαρα.
Ο ήλιος περιμένει.
Και οι παλάμες να κροτήσουν.
Μα η μαύρη σκόνη κοντοζυγώνει.
Ανάθεμα, δε θυμάται τους στίχους.
Και ανάθεμα, το τσιγάρο σιωπά.
Πάγος τεμαχισμένος το μυαλό, στοιβαγμένος ομοιόμορφα σε σκαλοπάτια συγχισμένης αριστοκρατίας.
Τα δαχτυλα σχίζουν τα φρένα του αόρατου πιάνου.
Μα εκείνοι περιμένουν.
Και εκείνος λαχταρά να κάψει.
Τώρα οι φωνές τους τείχη πελώρια θυμωμένου κάστρου.
Και ο αέρας ο σκληρότερος εραστής, ηθικός αυτουργός δακρυσμένων αστερισμών.
Και το κύμα φυσαλίδες αφρισμένου πόνου στο μετωπό της.
Έλιωσαν την κιθάρα της και την έχυσαν σε μια κάμαρα γεμάτη κάρβουνα.
Και κείνη δεν τραγουδά πια την αγάπη.
Μόνο κεντάει τις έξι κλωστές πάνω στο στέρνο της.
Και γύρω από το λαιμό της.
Τώρα βελονίζει τα μάγουλά της.
Τώρα πυρπολεί τα κόκκινα άχυρα που θολώνουν τη ματιά της.
Και δίχως δεύτερη πνοή αγκαλιάζει τον κρημνό της.
Και πάνω στον αέρινο παλμό λυκνίζεται υποτακτικά στο γαλάζιο εραστή.
Στον τελευταίο γαλάζιο εραστή της.
Ο ήλιος ακλόνητος.
Κρότος χεριών.
Κάηκε. Την έκαψαν.
Τέλος πράξης.