Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Ντάρμα, ιπποπόταμος και καρμικές συναντήσεις


Η αγάπη πληγώνει και η αγάπη σκοτώνει.
Η καρδιά πληγώνεται και πεθαίνει.

Ζέστη, 30 παιδιά του Κελσίου, πράσινο παντού.
Μια μάγισσα πλησιάζει, αρπάζει ένα κέρμα και το κάνει βροχή.
Ο πιο γελαστός ήλιος κλαίει - ξόρκια ή ευλογία;

Κάπου διάβασα ότι τα βουνά είναι σαν τον Βούδα.
Περιμένουν στωικά τα παιδιά τους να πετάξουν το μανδύα της ακολασίας.
"Γύρισε στη φύση", έγραφε κάτω από ένα φοίνικα.
"Δε βαριέσαι, το ίδο παλιοκενό είναι".

Μερικές φορές καταριέσαι τις ίδιες σου τις σκέψεις.
Εκείνο το σημείο του εγκεφάλου που κάνει τα γρανάζια σου να χορεύουν αστείρευτα σαν τον διάβολο.
Εκείνη την πηγή που αβίαστα ξεβράζει τη λάβρα του χαοτικού σου ημερολογίου, των ασυνάρτητων θεωριών του μπλε τετραδίου σου.
Ξέρεις, εκείνων των σελίδων που σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι θα ζήσεις μια μέρα περισσότερο από τους άλλους.
Και ότι οι πληγές σου θα γιάνουν ένα φεγγάρι νωρίτερα.
Και ότι θα σκοτώσεις τόσες ψυχές, ώστε να χτίσεις με εκατομμύρια αγκάθια τον κήπο της εκδίκησής σου.
Λάθος. Και ανθρώπινο πάθος.

Και είναι και εκείνη η στιγμή, που μέσ' απ' τις φυλλωσιές ατενίζεις την κορυφή του αρχαίου ναού.
Και νιώθεις το περιοδικό σεισμό των βαγονιών να ψέλνει υπόγεις δοξασίες,
Και στα γόνατά σου να είναι ακουμπισμένα τα πιο λυπημένα χείλη.
-"Ο κόσμος αυτός δεν είναι για μένα"
-"Αλλά δεν έχεις που αλλού να πας".

Το μεγαλύτερο σφάλμα σου είναι να πασχίζεις να βρεις ένα καρφί να γαντζωθείς.
Να γυρεύεις ένα σύννεφο ασφαλείας.
Να μαχαιρώνεις τις νύφες της φαντασίας.
Και να σκίζεις παραμύθια.
Να προσπαθείς να τυλίξεις το ποίημά σου γύρω από ένα και μόνο νόημα - όμως τα νοήματα είναι πολλά, βλέπεις, ούτε και εσύ είσαι ένας.
Και στο "γιατί" να έχεις πάντα μια απάντηση.
Εξάλλου δε θα σταματήσεις ποτέ να ματώνεις τα δάχτυλά σου.
Ποτέ δε σταμάτησες εξάλλου.

"Η ζωή είναι πολύ μικρή για να περάσεις το Σαββατόβραδό σου στο σπίτι.", τσίριξε η γυναίκα απο το γυάλινο κουτί.
"Η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη ζήσεις μόνο το Σάββατο", τσίριξε η φωνή από το κεφάλι μου.

-"Σε χαιρετώ, φεύγω. Δεν είναι ότι θέλω να φύγω, ούτε είναι ότι θέλω να μείνω."
-"Απλά πρέπει, καταλαβαίνω".
-"Όχι, δεν είναι ούτε αυτό. Απλά αν δεν έπρεπε να φύγω θα 'μενα, αλλά και τότε πάλι δεν ξέρω αν θα το 'θελα. Ίσως στο βάθος όμως να στενοχωριέμαι που φεύγω. Δεν ξέρω."
Ποτέ δεν ξέρεις. Και ούτε θα μάθεις.

Και μετά ο κύκλος.
Στο τέλος μένει πάντα αυτός ο κύκλος.
Και μερικά δάκρυα. Και μέτα ένα γέλιο. Ένα φιλί. Και μετά ένα φιλί σε δακρυσμένο μάγουλο.
Και μετά ένα "Σ' αγαπώ". Και μετά ένα "Χάσου". Και μετά ένα "Όμως".
Και μετά σιωπή.
Και ο ήχος που ακολουθεί ο ίδιος επαναλαμβανόμενος ήχος των παιδικών σου χρόνων.
Ο ήχος των μελλοντικών σου χρόνων. Ο ήχος του θανάτου σου.
Στο τέλος μένει πάντα αυτός ο επαναλαμβανόμενος ήχος, αυτός ο επαναλαμβανόμενος κύκλος.
Ο ήχος της πρώτης και ο ήχος της τελευταίας σου αναπνοής.
Βοή. Σιωπή. Βοή.
Και αντίο. Μέχρι το επόμενο αντίο.

"Δεν υπάρχει ευθεία", σου χα πει κάποτε και συ γέλαγες.
Με πιστεύεις τώρα;



*Πραγματικά πόσο μισώ τις Κυριακές.







Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Εσύ και εγώ


Μάτια καρφιά σε γυάλινο πίνακα.
Κίτρινες κορδέλες μέσ' από ραγισμένο τοίχο.
Κόρες νούφαρα σε παγωμένες λίμνες.
Χείλη χαρακωμένοι δίσκοι ξεχασμένου πικ-απ.
Και η ζωγραφιά στον καθρέφτη ο ατέρμονος εφιάλτης.

Βαρέθηκα να μιλάω για νεκρούς.
Βαρέθηκα να ζω μόνο για τα καλοκαίρια.
Κατάρες για το τώρα και τους χειμώνες του.

Αγάπησέ με για πάντα.
Ή έστω μέχρι το επόμενο πρωί.

Κλείδωσέ με στο πιο σκοτεινό συρτάρι και κατάπιε το κλειδί.
Κάνε με σκόνη και φύσα με να με πάρει ο άνεμος.
Δέσε με στο κούτσουρο και πέτα με στο πεινασμένο τζάκι.

Μόνο μη μ' αφήνεις εδώ - δεν αντέχω τη θάλασσα.
Είναι το τραγούδι της τόσο γλυκό και είναι η γεύση μου τόσο πικρή.
Ή ρίξε με μέσα της να ερωτευτώ τα κύματα - μόνο κύματα αγαπώ εξάλλου.

Τύλιξέ με στο σεντόνι σου και κρέμασέ με στο δέντρο.
Να πετάξω από το κουκούλι μου.
Ή να σαπίσω εκεί για πάντα.

Χαράκωσε το στέρνο μου με μια βελόνα.
Και βάλε απ' την παλέτα σου όποιο χρώμα θέλεις.
Φωτογράφισέ με.
Και κάψε τη φωτογραφία σαν την πιο ακόλαστη μάγισσα.

Λιώσε με και χύσε με στο κρασί σου να σε τρυπήσω.
Να τρυπήσω το λαιμό σου, να περάσω στο συκώτι σου και να το κάψω.
Και να στέκομαι περήφανα στις πύρινες κορυφές καθώς εσύ θα αιωρείσαι και θα ωρύεσαι.
Ξεχνώντας ό,τι έζησες και ό,τι δεν έζησες ποτέ.
Καθώς θα πυρπολείσαι ανελέητα από την ίδια τη φωτιά σου, καθώς θα παραδίδεσαι στις φλόγες του ονειρικού σου ολοκαυτώματος.
Και θα τραγουδάς ασταμάτητα ικεσίες για τη νύφη της σωτηρίας.
Και γω να στέκομαι κει ψηλά, άγαλμα ακλόνητο και αγέλαστο,άγαλμα βουβό και ασυγκίνητο, δίχως μια ρυτίδα συναισθήματος στο μέτωπό μου.
Μόνο για να σε δω να χάνεσαι πριν από μένα, μόνο για να χαθείς πριν να χαθώ εγώ.
Μόνο για να καείς όπως κάηκα και γω.

Αγάπησέ με για πάντα.
Ή έστω μέχρι το επόμενο πρωί.




Τελευταία μισώ τα χρώματα.