Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Αναμονή


Κρύψε τα ουρλιαχτά σου, οι λέξεις πονούν.

Και συ ταϊζεις το στομάχι σου με χρυσάφι.
Πού πήγε η Ιθάκη διάολε;
Να γυρίσω πίσω.

Η καρδιά μου χτυπάει τ' αυτί σου.
Σταμάτα, μην πειράζεις του δείκτες.

Το τρένο να κατέβω σταματήστε.
Κύριε οδηγέ, σταμάτα!
Κύριε οδηγέ, πού είσαι;

Οι μέρες τρέχουν. Στοπ.
Μια κούρσα ξεφτισμένα άλογα. Στοπ.
Αγαπώ το καλοκαίρι μόνο όταν φεύγει. Στοπ.
Μ' αγαπάς; Στοπ.
Κλείδωσε τη βρύση. Στοπ.
Κρυώνω. Στοπ.

Αηδίας φιλοσοφία και μιας νύχτας αλητεία.
Τυλιχτείτε στα χάρτινα σεντόνια σας όπως το σκουλήκι στο μετάξι.

Ω θεοί!
Ω άθεοι θεοί αθέων!

Με τους δείκτες στο χώμα καλώ την πρώτη αυγή που τα κοράκια θα λιώσουν σε χρυσαφένια καλούπια.
Και η λάβα που καίει τα στήθη θα πνίξει τις παλάμες με δάκρυα οξυγόνου.
Και θα χυθείς στη θάλασσα να ξεδιψάσεις.

Ω θεοί, ω άθεοι θεοί αθέων!

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Στο πλοίο




Σ' ένα παγκάκι ξέφρενα αλατισμένο θαλάσσιοι γίγαντες σιγοκαίουν το σβέρκο μου.
Χρυσοί κύκλοι στο στήθος μου.
Λιωμένα παπούτσια, σαπισμένο πάτωμα.
Ζούσα για να φύγω, ζω για να πάω.
Κάπου στο μέσον, κάτω απ' τo κύμα, πάνω από το έδαφος.
Μέσα στην τάφρο.
Η ξεσκιμένη σημαία οδηγεί.
Αδυναμία μου χρέωνε το τελευταίο τραγούδι σου.
Και δεν άντεξα , έχω να σου πω.

Με το σάκο στο χέρι ξεσκίζω μνήμες, βουτάω και γυρεύω.
Τι όμορφα που γέρνουν τα μάγουλά τους οι απέναντι.
Τι άσχημα που γέρνω και κοιμάμαι.

Δώδεκα μέρες στο νησί.
Δώδεκα ελπίδες και δώδεκα πνιγμοί.

Λίγη άμμο δώσε μου, λίγες στάχτες, λίγη πορφύρα και λίγο αίμα στο ποτήρι μου χύσε.
Και ίσως δύο χείλη υπνωτικά το βράδυ που θα λείπεις.
Και ας είναι ξένα, μη σε νοιάζει.
Και ας είμαι ξένη, μη σε νοιάζει.

Ματωμένα ιδεογράμματα σε κάτασπρο πανί.
Άραγε ο γαλαζιος θάνατος να λιώνει τις καύτρες;

Σκάλες,έξοδος.
Ήλιος, έξοδος.
Θάλασσα, έξοδος.
Α Δ Ι Ε Ξ Ο Δ Ο.

Λιμάνι


Σαν κύλινδρος ορμά στα πέτρινα καράβια.
Η καταλανική λαγνεία στα μαλλιά της.
Και η δρασκελιά της έρμαιο στην παλέτα της αλμύρας.
Μ α κ ρ ι ά .
Κάποιοι ψίθυροι καφεϊνης, κάποιες καπνοφόρες ανάσες, βουτιά στα παλλόμενα νερά.
Χορεύτριες ακτίνες, γελαστά ποδήλατα - λύπης ποδηλάτες.
Ούρλιαζε ιδανικά η καλοχτισμένη παραμυθούπολη.
Πόσο μ α κ ρ ι ά ;
Και τα μεσάνυχτα οι καρβουνιασμένες μπούκλες του νεοσύλλεκτοι στρατιώτες τεστοστερόνης και ηδονικά εξεγερμένου ιδρώτα.
Γέλιο υστερικής ύαινας στο νοικιασμένο κρεβάτι της.
Ματωμένο οινόπνευμα, ρυτιδιασμένοι σπόροι πορτοκαλιάς, χαρακιές στο πονεμένο δέντρο.
Κυριακάτικο πικ νικ σε κουφάρι παραδείσου.
Ακόμα μ α κ ρ ι ά ;
- Εύχομαι να ριζώσω εδώ.
Μα πάντα ικετεύει να την ξεκίσουν όταν ανθίζει.
Μ α κ ρ ι ά ; Ακόμα μ α κ ρ ι ά;
Μα κάθε Δευτέρα τη στέλνουν πίσω.
Μα κάθε Δευτέρα πεθαίνει.
Εισπνοή, εκπνοή - μια πνοή.
- Μ α κ ρ ι ά; Μ α κ ρ ι ά;
Φωνάζει.
Ακούστε.
- Είμαι μ α κ ρ ι ά;
Ανατολή ηλίου. Δευτέρας καλημέρα.
Δύο κρότοι από μπαρούτι και μετά σιωπή.