Δευτέρα 29 Απριλίου 2013
Τετάρτη 24 Απριλίου 2013
Σαββατόβραδο

Σε κυλινδρωμένους δρόμους λεμονιάς νήσων ανήσυχων
Παραταγμένες οι κόρες ευλαβικά μα ηδονικά, καρτερικά
τα μάγουλα ματώνουν σε ανδριάντες του αντίπαλου πεζοδρομίου
Στο τέντωμα του ηχείου οι παλμοί των μηνιγγιών
μετά μανίας βαθμών της τάξης του 60 -ή και 70
αντί πολτού βασιλικού, στο κάψιμο του τσίγκου
ουρλιάζουν σαν ινδιάνικο χωριό προ της σφαγής
Πουλιά δραπέτες του κλουβιού της άνοιξης
εραστές της φλόγας του χειμώνα και ερωμένες του οπίουυπόδικοι ακίδων πεινασμένων και αγγέλων διονυσίων
λαχταρώντας τ' όνειρο, κοιμούνται για τον εφιάλτη
για το καλοκαίρι στην ξεσκισμένη σκηνή
για της σκόνης το μοίρασμα και το μπουρλότο της σιωπής
Για το πρωί της Κυριακής
Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013
Το κυνήγι της μούσας
Λες και μια εισπνοή ρούφηξαν όλες τις λέξεις απ' τους ιστούς
μου
όλες τις συλλαβές από τα κύτταρά μου
κι όλο το μόλυβδο της γραφομηχανής μου
και εκπνέοντας έφτυσαν στου μοναχού τον πάπυρο-στην έρημο, αφού ήπιαν το γάλα της καμήλας
και χώθηκαν στα τρίγωνα της άμμου
σα μούμια με τύλιξαν στο σάβανο και με σταύρωσαν εκεί
με πίσσα και αίμα
-έρμαιο αχόρταγων
εξερευνητών,
να 'μαι τώρα στο κλουβί της νυχτερίδας κάτω από τις δάδεςμα εκείνη πετά και εγώ νοσταλγώ
λίγη φωνή μονάχα να βρω κει στο ράγισμα του τοίχου
λίγο φως στις φλέβες να κυλήσει
τις σφήκες να λιώσω και τη φωλιά τους να θάψω
με προσευχές στις κατακόμβες
καθώς ηδονικά θα λούζομαι στης ζέσης τις οάσεις
γυμνή και εκστασιασμένη
από την ηχώ την αναστημένη στις μύτες των χειλιών μου
Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013
-κραυγή-
Σα
μέταλλο κονσέρβας πατημένο
στην
πέμπτη γωνία του γκαράζΞέχειλης πολτού τεθλασμένου
και
ληγμένων παραισθήσεων
Μασημένοι
στους κυνόδοντες οι κόκκοι
μα η
πείνα θρεμμένη και η ηχώ της ισχνή
Οπίου
σιγή στης αιθανόλης το κλάμαστον τοίχο της ρωγμής η ηδονή
Και εσύ
ποτέ δε θα χορτάσεις
μήτε
από τον Έρωτα μήτε από το ΤίποταΤρίτη 3 Ιουλίου 2012
Σκοτάδι στο Φως
Τύφλωσα την ακοή
ανενόχλητοι οι κομήτες να θρυμματίζουν τα μονά μου πόδια
Και στην έγερση των σκελετών κλείδωσα τα μάτια
- τους λάξευσα στο πίσω μέρος της αυλής, θεμέλια στο παλιό το σπίτι
Τώρα πουλώ τις αισθήσεις μου για να κοιτώ το σκοτάδι
(και οι πέντε χρυσά θα τέμνουν το φαύλο μου τον κύκλο)
Στον πάτο των μυρμηγκιών
στου ναδίρ τη φωλιά
σαν πάνθηρας πεινασμένος θα βουτήξω
ανήλεα να τυφλωθώ στο φως που θα τρυγήσω από το μεδούλι των θηρίων
Τύφλωσα την ακοή
ανενόχλητοι οι κομήτες να θρυμματίζουν τα μονά μου πόδια
Και στην έγερση των σκελετών κλείδωσα τα μάτια
- τους λάξευσα στο πίσω μέρος της αυλής, θεμέλια στο παλιό το σπίτι
Τώρα πουλώ τις αισθήσεις μου για να κοιτώ το σκοτάδι
(και οι πέντε χρυσά θα τέμνουν το φαύλο μου τον κύκλο)
Στον πάτο των μυρμηγκιών
στου ναδίρ τη φωλιά
σαν πάνθηρας πεινασμένος θα βουτήξω
ανήλεα να τυφλωθώ στο φως που θα τρυγήσω από το μεδούλι των θηρίων
Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Από το κρανίο
ρούφηξες όλα τα σύρματα
και έπλεξες στον πάγο πάνω,
δύο μόνες λέξεις να σκαλίσεις
-το πρώτο σου ατόπημα
στα είκοσι κεριά που έσβησες
(και σβήνεις ολοένα)
Μα, ανάθεμα το φως!-
Βάρβαρη η πρωινή Σελήνη
λάβρα φιλάει στον πάγο,
τα δόντια σπάν’ το σύρμα
και λιώνει το μελάνι σου
στις φλέβες ρέει ασβέστης
Κλωστή είσαι στον άνεμο
Στο χώμα εγώ βελόνα
Αν σε κεντήσω πέταξες
Αν σε φυσήξουν πέφτεις
Η νύχτα μόνο θάλπει τους τυφλούς
-στον ήλιο νεοσσοί παγιδευμένοι
Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012
Γράμμα Ι

Άδραξε τον κόκκινο λωτό
από το πιο ψηλό σπαθί της αυλής μου
πέτα το στο κλάμα της Κυριακής
και βούτα στο ποτάμι
Τα φύκια θα σε ζώσουν
και οι μάγισσες θα σε γητέψουν
Μα όταν τα στοιχειά φονεύσεις
ακολούθα τις γοργόνες
μέχρι το δένδρο του βυθού
και κάψε τα κλαριά του
Εκεί στις στάχτες θα τον δεις
Κρύψ' τον στις παλάμες σου και φερ' τον πίσω
Σ' εμένα
Κλέφτες στο δρόμος σου θα βρεις,
μα βιάσου, εδώ ματώνω
Τον πόνο να δαγκώνω μόνο στο φλοιό του,
κι από τον καρπό του να μεθύσω
Για κάθε δαγκωματιά μου πάρε ένα στίχο,
για κάθε μου λωτό σου δίνω ένα ποίημα
Ωδή στον χαμό των εραστών
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



