Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Το φάντασμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου


"Μια απάτη", το κορίτσι σκέφτηκε.

Όλη τη νύχτα στριφογύριζε στο κρεβάτι της.

Δεν άκουγε τίποτ' άλλο, μόνο το τρίξιμο από τις παλιές σανίδες και το θρόισμα από τα τσαλακωμένα σεντόνια που αντηχούσαν την αγωνία της.

Και η μουσική κολλημένη στο ίδιο τραγούδι.

"Είμαι το φάντασμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου, είμαι το φάντασμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου."
"Όλα είναι μια απάτη", το κορίτσι σκέφτηκε.

Η μυρωδιά από το οινόπνευμα που μόλις λίγες ώρες πριν διαπέρασε τον τράχηλό της πλημμύριζε ακόμη το στόμα της.

Και τα πόδια της δύο ραγισμένες ψιλόλιγνες κολώνες - τις τελευταίες μέρες αγαπούσε πολύ το περπάτημα.

Ξεχυνόταν από το ξημέρωμα στους δρόμους. Δρόμοι άλλοτε απολύτως πέτρινοι, άλλοτε κάπως πράσινοι. Μα πάντοτε δρόμοι λυπημένοι.

Πλημμυρισμένοι από ανθρώπους άλλοτε απολύτως πέτρινους, άλλοτε κάπως πράσινους.Μα πάνοτε λυπημένους.

Και προχωρούσε. Διάλειμμα κάπου κάπου για ένα πρόχειρο τσιγάρο, σ' ένα πρόχειρο παγκάκι, με πρόχειρο αλκοόλ και έναν πρόχειρο συνομιλητή.

Αλήθεια, της άρεσε να μιλάει σε αγνώστους,

Οι άγνωστοι δεν απαντούσαν. Οι άγνωστοι αδιαφορούσαν για τις δισεκατομμύρια λεπτές κλωστές στο κεφάλι της,

"Μακάρι να αδιαφορούσαν και οι γνωστοί", σκέφτηκε,

"Είμαι η οργή μες στο κεφάλι σου", οι νότες συνέχιζαν να ουρλιάζουν.

Οι δείκτες κάρφωναν το έξι. Τα ρολόγια την τρόμαζαν.

Το κορίτσι σηκώθηκε. Και αγκαλιασμένη με το σεντόνι της ανηφόρισε προς την ταράτσα.

Και στάθηκε στο πιο ακριανό της σημείο, τόσο ακριανό που νόμιζες πως και το πιο τρυφερό αεράκι θα την γκρέμιζε.

Άναψε τσιγάρο.

Με το κεφάλι καρφωμένο άλλοτε στους άδειους ουρανούς και άλλοτε στον άδειο δρόμο, πάντα στο κενό.

Το 'βλεπες στα μάτια της. Η θάλασσά τους είχε πάρει τη μορφή κοκκινόξανθων ερινύων.

Οι κόρες της άστραφταν. Τόσο που νόμιζες πως θ' ανατιναχτούν.

Λύγισε το βλέμμα της στο τσιγάρο, προσπαθώντας ν' ακολουθήσει το ταξίδι της στάχτης. Αν και με πορεία κατηφορική, ποτέ δεν κατάφερνε να προσγειωθεί - πάντα ο αέρινος δολοφόνος την συνέθλιβε λίγες στιγμές μετά την τελευταία ρουφηξιά.

"Πάντα με συνθλίβουν μετά την τελευταία ρουφηξιά.", μονολόγησε το κορίτσι. " Και λίγο πριν την επόμενη".

Πάλευε και κείνη να προσγειωθεί. Μάταια. Είχε και εκείνη τους δολοφόνους της βλέπεις.

Θα 'θελε να μπορούσε ν' ακουμπήσει στο έδαφος, ν' ακουμπήσει τους ανθρώπους. Να περπατήσει σαν τους ανθρώπους, να σκέφτεται σαν τους ανθρώπους, να χαίρεται σαν τους ανθρώπους, να αγαπάει σαν τους ανθρώπους. Να νιώσει το χώμα να κυλάει μέσ' απ' τις χούφτες της, να το μυρίσει, να το γευτεί, να χτίσει πύργους, να τους γκρεμίσει, να το μοιραστεί με τους άλλους.

Μα πάντα πέθαινε πριν προσγειωθεί. Την συνέθλιβαν οι άνθρωποι. Την ρουφούσαν και την κομμάτιαζαν σε χίλιες λωρίδες και την πετούσαν. Και μετά την συναρμολογούσαν από την αρχή και την ξανακομμάτιαζαν. Γι' αυτό δεν ξάπλωνε ποτέ στο έδαφος. Όπως ο αέρας τυραννά τις κάφτρες, σκοτώνοντας τη μια πριν προλάβει να πεθάνει η προηγούμενη. Έτσι και εκείνη υποκλινόταν στους δικούς της τυράννους.

Έσβησε το τσιγάρο και πέταξε τη γόπα με τόση δύναμη, σα να πετούσε στη θάλασσα μια πέτρα χαρακωμένη με όλες τις λύπες της. Και με ένα δακρυσμένο χαμόγελο ανοιξε διάπλατα τα χέρια της. Και ήταν σα να αντίκρυζες το πιο όμορφο και το πιο πονεμένο πουλί του κόσμου λίγο πριν ξεχυθεί στους ουρανούς.

"Ξέχνα τον πόνο εδώ. Άφησε τον πόνο εδώ". Πόσο ήθελε ν' αφήσει τον πόνο της σ' αυτήν την ταράτσα. Έπρεπε ν' αφήσει τον πόνο της σ' αυτήν την ταράτσα. Έπρεπε να ξεχυθεί στους ουρανούς.

Τώρα στηριζόταν στον ένα πόδι της. Το άλλο χόρευε μόνο του στον αέρα.

"Μια χορωδία οργής μες στο κεφάλι σου." Μια χορωδία οργής ο κόσμος της ολόκληρος. Μια χορωδία οργής η ίδια ολόκληρη.

"Είμαι το φάντασμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου".

Τώρα στηρίζεται στις άκρες των δαχτύλων της. Τώρα το φάντασμα την πλησιάζει. Τώρα απλώνει το χέρι του. Τώρα την αγγίζει. Και την σπρώχνει. Σφοδρά και απαλά. Εφιαλτικά και λυτρωτικά. Και κείνη χορεύει. Ξεχύνεται μόνη της τους ουρανούς. Αγκαλιάζει τα σύννεφα. Φιλάει τον ήλιο. Ντύνεται στις ακτίνες του. Και δεν κοιτάει κάτω. Ποτέ δε μπορούσε να κοιτάξει κάτω. Μόνο ανυψώνεται ασταμάτητα. Ώσπου ανατινάζεται σε εκατομμύρια χρυσά κομματάκια. Ώσπου μεταμορφώνεται σ' ένα συνοθύλευμα χρυσόσκονης. Σ' εναν τυφώνα χρυσό. Σε μια βροχή χρυσή. Σε μια καταιγίδα χρυσή. Και βρέχει με τις στάλες της το έδαφος, πνίγει με τα δάκρυά της το έδαφος. Ώσπου άξαφνα εξατμίζεται και μένει μόνο ζεστός αέρας.
Θα μπορούσες να ορκιστείς πως ο ήλιος που ξεπρόβαλλε δειλά δειλά ήταν ο πιο φωτεινός και δυστυχισμένος που 'χες δει ποτέ. Ο πιο αγαπητός και ο πιο μισητός που 'χεις δει ποτέ.

"Άσε τον πόνο σου εδώ", αντήχησε από το βάθος.

Ο ήλιος δεν ξαναγέλασε ποτέ όπως τότε.
















2 σχόλια:

  1. Απιστευτο κείμενο.Σο αξίζει ένα μεγάλο μπράβο.Με τα λόγια σου,εξωτερικέυεις πολλών ανθρώπων τα συναισθάματα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καταλαβαίνω.

    Ενας συνμουτζουρωτής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή