Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Σ' αρέσει έτσι που καίγεσαι;


Ο κόσμος μου μοιάζει κόκκινος.
Σ' αρέσει έτσι που καίγεσαι;

Η Αισιοδοξία μου συστήθηκε, είναι η πιο υπάκουη κοπέλα.
Μόνο όταν απόρησα γιατί κάθε δυο - τρία φεγγάρια βουτάω σε αλατισμένες λίμνες εκείνη πέταξε το κολάρο της.
Αλλά εσύ σκεπάσου αγάπη μου, η σάρκα σου είναι χλωμή και είναι νωρίς ακόμα.

-Όρισέ μου τη δυστυχία, πρόσταξες τις προάλλες.
- Ευτυχισμένος ο ύπνος μου σε κάθε επόμενο βαγόνι. Ευτυχία το κάθε ταξίδι μου, σου απάντησα.

Τελικά αναπνέουν μόνο όσοι αγκιστρώνουν τα ρουθούνια τους στα σύννεφα;
Νάρκισσοι ευλογημένοι όσοι πατούν σε καλοδεμένες σελίδες.
Εξομολόγηση: και γω χαμογελώ από ψηλά όταν ανταλάσσω κέρματα με κουκκίδες, αλλά αυτό να μείνει μεταξύ μας.
(Φοβισμένα αυτιά παντού βλέπεις.)

Ο κόσμος μου μοιάζει κόκκινος και πεινασμένος.
Και συ καίγεσαι να τον ταϊσουν.
Σ' αρέσει έτσι που οι φλόγες χαράσσουν την αλφάβητο στο δέρμα σου;
Έτσι που και οι νεκροί και οι ζωντανοί να σέρνονται πάνω σου.
Φορτίο υπέρβαρο, πολλά τα ονόματα και είναι δύσκολο να ζητάς παρουσίες κάθε μέρα.
Μα είναι γλυκός ο εθισμός.

Και ο κόσμος ακόμη μοιάζει κόκκινος και κοκκίνισες και συ μου φαίνεται.
- Σώπασε επιτέλους! Μ' αρέσει έτσι που καίγομαι. Και κλείδωσε την πόρτα πίσω σου.


Και ο Ήφαιστος να γελά υστερικά στη γωνία.


Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Αναμονή


Κρύψε τα ουρλιαχτά σου, οι λέξεις πονούν.

Και συ ταϊζεις το στομάχι σου με χρυσάφι.
Πού πήγε η Ιθάκη διάολε;
Να γυρίσω πίσω.

Η καρδιά μου χτυπάει τ' αυτί σου.
Σταμάτα, μην πειράζεις του δείκτες.

Το τρένο να κατέβω σταματήστε.
Κύριε οδηγέ, σταμάτα!
Κύριε οδηγέ, πού είσαι;

Οι μέρες τρέχουν. Στοπ.
Μια κούρσα ξεφτισμένα άλογα. Στοπ.
Αγαπώ το καλοκαίρι μόνο όταν φεύγει. Στοπ.
Μ' αγαπάς; Στοπ.
Κλείδωσε τη βρύση. Στοπ.
Κρυώνω. Στοπ.

Αηδίας φιλοσοφία και μιας νύχτας αλητεία.
Τυλιχτείτε στα χάρτινα σεντόνια σας όπως το σκουλήκι στο μετάξι.

Ω θεοί!
Ω άθεοι θεοί αθέων!

Με τους δείκτες στο χώμα καλώ την πρώτη αυγή που τα κοράκια θα λιώσουν σε χρυσαφένια καλούπια.
Και η λάβα που καίει τα στήθη θα πνίξει τις παλάμες με δάκρυα οξυγόνου.
Και θα χυθείς στη θάλασσα να ξεδιψάσεις.

Ω θεοί, ω άθεοι θεοί αθέων!

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Στο πλοίο




Σ' ένα παγκάκι ξέφρενα αλατισμένο θαλάσσιοι γίγαντες σιγοκαίουν το σβέρκο μου.
Χρυσοί κύκλοι στο στήθος μου.
Λιωμένα παπούτσια, σαπισμένο πάτωμα.
Ζούσα για να φύγω, ζω για να πάω.
Κάπου στο μέσον, κάτω απ' τo κύμα, πάνω από το έδαφος.
Μέσα στην τάφρο.
Η ξεσκιμένη σημαία οδηγεί.
Αδυναμία μου χρέωνε το τελευταίο τραγούδι σου.
Και δεν άντεξα , έχω να σου πω.

Με το σάκο στο χέρι ξεσκίζω μνήμες, βουτάω και γυρεύω.
Τι όμορφα που γέρνουν τα μάγουλά τους οι απέναντι.
Τι άσχημα που γέρνω και κοιμάμαι.

Δώδεκα μέρες στο νησί.
Δώδεκα ελπίδες και δώδεκα πνιγμοί.

Λίγη άμμο δώσε μου, λίγες στάχτες, λίγη πορφύρα και λίγο αίμα στο ποτήρι μου χύσε.
Και ίσως δύο χείλη υπνωτικά το βράδυ που θα λείπεις.
Και ας είναι ξένα, μη σε νοιάζει.
Και ας είμαι ξένη, μη σε νοιάζει.

Ματωμένα ιδεογράμματα σε κάτασπρο πανί.
Άραγε ο γαλαζιος θάνατος να λιώνει τις καύτρες;

Σκάλες,έξοδος.
Ήλιος, έξοδος.
Θάλασσα, έξοδος.
Α Δ Ι Ε Ξ Ο Δ Ο.

Λιμάνι


Σαν κύλινδρος ορμά στα πέτρινα καράβια.
Η καταλανική λαγνεία στα μαλλιά της.
Και η δρασκελιά της έρμαιο στην παλέτα της αλμύρας.
Μ α κ ρ ι ά .
Κάποιοι ψίθυροι καφεϊνης, κάποιες καπνοφόρες ανάσες, βουτιά στα παλλόμενα νερά.
Χορεύτριες ακτίνες, γελαστά ποδήλατα - λύπης ποδηλάτες.
Ούρλιαζε ιδανικά η καλοχτισμένη παραμυθούπολη.
Πόσο μ α κ ρ ι ά ;
Και τα μεσάνυχτα οι καρβουνιασμένες μπούκλες του νεοσύλλεκτοι στρατιώτες τεστοστερόνης και ηδονικά εξεγερμένου ιδρώτα.
Γέλιο υστερικής ύαινας στο νοικιασμένο κρεβάτι της.
Ματωμένο οινόπνευμα, ρυτιδιασμένοι σπόροι πορτοκαλιάς, χαρακιές στο πονεμένο δέντρο.
Κυριακάτικο πικ νικ σε κουφάρι παραδείσου.
Ακόμα μ α κ ρ ι ά ;
- Εύχομαι να ριζώσω εδώ.
Μα πάντα ικετεύει να την ξεκίσουν όταν ανθίζει.
Μ α κ ρ ι ά ; Ακόμα μ α κ ρ ι ά;
Μα κάθε Δευτέρα τη στέλνουν πίσω.
Μα κάθε Δευτέρα πεθαίνει.
Εισπνοή, εκπνοή - μια πνοή.
- Μ α κ ρ ι ά; Μ α κ ρ ι ά;
Φωνάζει.
Ακούστε.
- Είμαι μ α κ ρ ι ά;
Ανατολή ηλίου. Δευτέρας καλημέρα.
Δύο κρότοι από μπαρούτι και μετά σιωπή.

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Πράξη πρώτη.


Βουβό ταλάντευμα θηλυκής σαρκός πάνω σε ξεπλυμένα μάρμαρα.
Ο ήλιος περιμένει.
Και οι παλάμες να κροτήσουν.
Μα η μαύρη σκόνη κοντοζυγώνει.
Ανάθεμα, δε θυμάται τους στίχους.
Και ανάθεμα, το τσιγάρο σιωπά.
Πάγος τεμαχισμένος το μυαλό, στοιβαγμένος ομοιόμορφα σε σκαλοπάτια συγχισμένης αριστοκρατίας.
Τα δαχτυλα σχίζουν τα φρένα του αόρατου πιάνου.
Μα εκείνοι περιμένουν.
Και εκείνος λαχταρά να κάψει.
Τώρα οι φωνές τους τείχη πελώρια θυμωμένου κάστρου.
Και ο αέρας ο σκληρότερος εραστής, ηθικός αυτουργός δακρυσμένων αστερισμών.
Και το κύμα φυσαλίδες αφρισμένου πόνου στο μετωπό της.
Έλιωσαν την κιθάρα της και την έχυσαν σε μια κάμαρα γεμάτη κάρβουνα.
Και κείνη δεν τραγουδά πια την αγάπη.
Μόνο κεντάει τις έξι κλωστές πάνω στο στέρνο της.
Και γύρω από το λαιμό της.
Τώρα βελονίζει τα μάγουλά της.
Τώρα πυρπολεί τα κόκκινα άχυρα που θολώνουν τη ματιά της.
Και δίχως δεύτερη πνοή αγκαλιάζει τον κρημνό της.
Και πάνω στον αέρινο παλμό λυκνίζεται υποτακτικά στο γαλάζιο εραστή.
Στον τελευταίο γαλάζιο εραστή της.
Ο ήλιος ακλόνητος.
Κρότος χεριών.
Κάηκε. Την έκαψαν.
Τέλος πράξης.

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Πυρ.



Έκρηξη.
Εθελοντής είλωτας ανισόρροπου ερωτικά άρχοντα.
Κάπου κάπου ποθεί το κλειδωμένο στο τελευταίο συρτάρι του χρυσού δωματίου μήλο.
Ή μερικές φράουλες από τον κύριό της - τόσες όσες τα δάκρυα που χτυπούν στην ποδιά της.
Τις νύχτες πολεμά ζωγραφίζοντας τα ρούχια της με σκουριασμένα ξυράφια.
Και σβήνοτας πατημασιές εντόμων απο τους μηρούς της - μήπως και της δώσουν πίσω το αίμα της.
Και κει κοντά οι ροδοψημμένες της μπούκλες γίνονται θυσίες σ' άγνωστους δαίμονες - ικεσίες για λίγα μόρια έπμνευσης και ζωής.
Και με κόρες διεσταλμένες χαϊδεύει απειλητικά τη γυναίκα που κρέμεται στον απέναντι τοίχο.
Και με το άγγιγμα των χειλιών τους σπάει η πόρτα και μπαίνει εκείνος.
Πούλησε το κρεβάτι της για 2-3 χάλκινους βόλους, λέει. Και κείνη θα ρθουν να την πάρουν αργότερα.
Έκρηξη.
Το μήλο κυλάει στο πάτωμα.
Έκρηξη.
Ο καθρέφτης γυάλινα τρίμματα φωλιασμένα στο λαιμό της.
Έκρηξη.
Και ο ήλιος μια μεγάλη κόκκινη τρύπα εκεί αριστερά στο στέρνο της.
Έξρηξη. Έκρηξη. Έκρηξη.



-"Λίγη δροσιά θέλω μόνο. Και στιγμή να μη σταματήσω να μισώ."


Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Τρέλα.


Γιατί καις τον κήπο μου - γιατί δε φυτεύεις σπόρους στην ψυχή μου;
Γιατί σβήνεις τον ήλιο μου - γιατί δε με λούζεις με αχτίνες;
Η κατάρα σου και η καταραμένη σου αγάπη.
Το μαχαίρι σου χάδι στο λαιμό μου και η φωτιά σου τραγούδι στα μαλλιά μου.
Και το ποτήρι σου πηγάδι του πνιγμού μου.
Και το χέρι σου δαντέλα για το ξεφτισμένο μου φόρεμα και η ανάσα σου χιόνι στη μοναξιά μου.
Και η κιθάρα σου το κύκνειο άσμα μου και οι χορδές της νήματα επιθανάτιας ακροβασίας.
Αγαπώ γιατί με σκοτώνει - αν δε με σκότωνες δε θα σ' αγαπούσα.
Όπως με σκοτώνει το εντοιχιμένο οινόπνευμα και οι καπνισμένες εισπνοές.
Και όπως με σκοτώνουν τα αδίστακτα μάτια σε μεταμεσονύχτιες ξεχασμένες πλατείες.
Όπως με ξυπνούν οι εφιάλτες μεθυσμένων κρεβατιών.
Και όπως με σκοτώνει η βροχή - κάποτε την αγαπούσα ξέρεις, μα τώρα με πνίγει.
Κάποτε τη γύρευα να την αγαπήσω, τώρα γυρεύω τον ήλιο.
Όπως γυρεύει φωλιά ο δραπέτης.
Όπως γυρέυει άσπρη σκόνη ο παθιασμένος.
Όπως ο ετοιμοθάνατος γυρεύει το δήμιο.
Έτσι και γω γυρεύω τον ήλιο.
Σπάζοντας τις μπούκλες μου σε φυλακισμένα δωμάτια, πάνω από ξεχαρβαλωμένα ελατήρια μεμονωμένων στρωμάτων και κάτω από μισοσβημένο νέον.
Με μόνη συντροφιά μερικά φωνήεντα ξεχασμένων περαστικών και δαγκώνοτας κάπου κάπου τα χέρια μου.
Και προσπαθώντας να κλέψω μερικές αναπνοές από τον φεγγίτη πάνω δεξιά.
Έτσι γυρεύω να κλέψω μερικές αναπνοές από τον ήλιο.
Έτσι κλέβω τον ήλιο. Έτσι κλέβω τον ήλιο μου. Έτσι κλέβω και τον δικό σου ήλιο.
Κατάρες για αιώνια δευτερόλεπτα σε κλειδωμένα υπόγεια.
Κατάρες για σταγγαλισμό από κηλιδωμένα σεντόνια.
Κατάρες για παντοτινή διαμονή σε στοιχειωμένο πίνακα τρελαμένου ζωγράφου.
Κατάρα για αγάπη πανοτινή - κατάρα για το θάνατό σου στη στιγμή.
Αγαπώ γιατί με σκοτώνει.
Και συ γι' αυτό να μ' αγαπάς.



- "Τελικά δεν είναι όλα έτσι όπως ήταν", το παιδί σκέφτηκε."Όπως νόμιζα ότι ήταν δηλαδή."