Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Συν + Δια = τη σκεψει




Η Ισορροπία μασημένο υπογλώσσιο ανισόρροπων παλμών


Καθώς η χορωδία σφυρίζει ανάποδα το σκοπό της νυχτερίδας
Γιατί στέκεται όρθιος και αιώνιος ο Μορφέας
Και είναι αβάσταχτο το κλάμα τον εμβρύων
-σημείωση διαίσθησης


Δώδεκα γίναν τα ρολόγια
Να βγουν επιτέλους τα φαντάσματα!


Η Ευτυχία χαραγμένη στο χάρακα
Μεθυσμένος ο καρπός ελέγχου
Και συ παλεύεις να λιώσεις τη σάρκα με το φλασκί σου


Συνύπαρξη για χάρη της ανυπαρξίας
Λαβωμένο λιοντάρι στο βωμό,
θυσία για εναν αμνό;

Εκμδενίζουμε το κέντρο βάρους
Φέρεις το βέλος, φέρω το στόχο
Φέρε το στόχο να φέρω το βέλος

Δορυφόροι Αδιάφοροι
Στο κέντρο εμείς


Νοστος Νηπιακής αΝοησίας
-Καταραμένη η κίνηση
(Παύση)
- Ένσταση κύριε Πρόεδρε! Και η ΑΚΙΝΗΣΙΑ;
- ενοχή.

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Ίλιγγος



Αίμα σε κρανία περιπλάνησης
στάζει ο ποιητής της ταράτσας
καθώς γειτονικά καλώδια παίρνουν τη σάρκα γκιλοτίνας
- μήπως και εισπνεύσει κάμποσες ανάσες η μαραμένη βιασύνη

Καρκινώματα ανοδικής φοράς προς γαλάζιες -οι δείκτες λένε- βουνοκορφές
Μα οι σταλακτίτες τους κεντρίζουν υπόκωφους λαβυρίνθους
Ανάθεμα! Πού ειναι η κλωστή σου;

Έλα να γεμίσουμε τους λάρυγγες με στάχτη
κανένα σημείο ρίγους να μην τρυπώσει
Μα εσύ αγαπάς με πόνο να μεθάς - έτσι πονώ και εγώ εξάλλου
(και τότε είναι που δίνω έρωτα στις λέξεις)

Όλα τα στόματα ρουφηγμένα σ' ένα κομμάτι καθρέφτη πεταμένο στην όχθη της λάσπης

Καλλιτέχνες της μεταμόρφωσης του ευκόλου σε δυσκόλου και τούμπαλιν
Η Χυδαιότητα μαζεύει τα παιδιά της στην ένεση που σιμώνει το μάγουλο
και γελάει η μαύρη μπέρτα που κρατάς το νόμισμα της νίκης

Πότε θα χορέψεις με τα κορίτσια που τραγουδούν στους τοίχους;
Και να 'ναι ο τελευταίος ιδρώτας που στάζει το χείλος σου

Λιγοστοί οι είκοσι αιώνες για να χαράσσεις μόλυβδο στον πάγο
αλλά κοίτα που εσένα θάβει το κρύσταλλο!


Ξεχασμένο σκυλί σε κλειδωμένο μπαούλο αποθηκευμένης (και υποθηκευμένης) γωνίας!
Άπλωσε απλά το κόκκινο πανί γύρω από τη σιδερένια σφαίρα
και έλα να φτιάξουμε βροχή από δω ψηλά

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Σ' αρέσει έτσι που καίγεσαι;


Ο κόσμος μου μοιάζει κόκκινος.
Σ' αρέσει έτσι που καίγεσαι;

Η Αισιοδοξία μου συστήθηκε, είναι η πιο υπάκουη κοπέλα.
Μόνο όταν απόρησα γιατί κάθε δυο - τρία φεγγάρια βουτάω σε αλατισμένες λίμνες εκείνη πέταξε το κολάρο της.
Αλλά εσύ σκεπάσου αγάπη μου, η σάρκα σου είναι χλωμή και είναι νωρίς ακόμα.

-Όρισέ μου τη δυστυχία, πρόσταξες τις προάλλες.
- Ευτυχισμένος ο ύπνος μου σε κάθε επόμενο βαγόνι. Ευτυχία το κάθε ταξίδι μου, σου απάντησα.

Τελικά αναπνέουν μόνο όσοι αγκιστρώνουν τα ρουθούνια τους στα σύννεφα;
Νάρκισσοι ευλογημένοι όσοι πατούν σε καλοδεμένες σελίδες.
Εξομολόγηση: και γω χαμογελώ από ψηλά όταν ανταλάσσω κέρματα με κουκκίδες, αλλά αυτό να μείνει μεταξύ μας.
(Φοβισμένα αυτιά παντού βλέπεις.)

Ο κόσμος μου μοιάζει κόκκινος και πεινασμένος.
Και συ καίγεσαι να τον ταϊσουν.
Σ' αρέσει έτσι που οι φλόγες χαράσσουν την αλφάβητο στο δέρμα σου;
Έτσι που και οι νεκροί και οι ζωντανοί να σέρνονται πάνω σου.
Φορτίο υπέρβαρο, πολλά τα ονόματα και είναι δύσκολο να ζητάς παρουσίες κάθε μέρα.
Μα είναι γλυκός ο εθισμός.

Και ο κόσμος ακόμη μοιάζει κόκκινος και κοκκίνισες και συ μου φαίνεται.
- Σώπασε επιτέλους! Μ' αρέσει έτσι που καίγομαι. Και κλείδωσε την πόρτα πίσω σου.


Και ο Ήφαιστος να γελά υστερικά στη γωνία.


Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Αναμονή


Κρύψε τα ουρλιαχτά σου, οι λέξεις πονούν.

Και συ ταϊζεις το στομάχι σου με χρυσάφι.
Πού πήγε η Ιθάκη διάολε;
Να γυρίσω πίσω.

Η καρδιά μου χτυπάει τ' αυτί σου.
Σταμάτα, μην πειράζεις του δείκτες.

Το τρένο να κατέβω σταματήστε.
Κύριε οδηγέ, σταμάτα!
Κύριε οδηγέ, πού είσαι;

Οι μέρες τρέχουν. Στοπ.
Μια κούρσα ξεφτισμένα άλογα. Στοπ.
Αγαπώ το καλοκαίρι μόνο όταν φεύγει. Στοπ.
Μ' αγαπάς; Στοπ.
Κλείδωσε τη βρύση. Στοπ.
Κρυώνω. Στοπ.

Αηδίας φιλοσοφία και μιας νύχτας αλητεία.
Τυλιχτείτε στα χάρτινα σεντόνια σας όπως το σκουλήκι στο μετάξι.

Ω θεοί!
Ω άθεοι θεοί αθέων!

Με τους δείκτες στο χώμα καλώ την πρώτη αυγή που τα κοράκια θα λιώσουν σε χρυσαφένια καλούπια.
Και η λάβα που καίει τα στήθη θα πνίξει τις παλάμες με δάκρυα οξυγόνου.
Και θα χυθείς στη θάλασσα να ξεδιψάσεις.

Ω θεοί, ω άθεοι θεοί αθέων!

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Στο πλοίο




Σ' ένα παγκάκι ξέφρενα αλατισμένο θαλάσσιοι γίγαντες σιγοκαίουν το σβέρκο μου.
Χρυσοί κύκλοι στο στήθος μου.
Λιωμένα παπούτσια, σαπισμένο πάτωμα.
Ζούσα για να φύγω, ζω για να πάω.
Κάπου στο μέσον, κάτω απ' τo κύμα, πάνω από το έδαφος.
Μέσα στην τάφρο.
Η ξεσκιμένη σημαία οδηγεί.
Αδυναμία μου χρέωνε το τελευταίο τραγούδι σου.
Και δεν άντεξα , έχω να σου πω.

Με το σάκο στο χέρι ξεσκίζω μνήμες, βουτάω και γυρεύω.
Τι όμορφα που γέρνουν τα μάγουλά τους οι απέναντι.
Τι άσχημα που γέρνω και κοιμάμαι.

Δώδεκα μέρες στο νησί.
Δώδεκα ελπίδες και δώδεκα πνιγμοί.

Λίγη άμμο δώσε μου, λίγες στάχτες, λίγη πορφύρα και λίγο αίμα στο ποτήρι μου χύσε.
Και ίσως δύο χείλη υπνωτικά το βράδυ που θα λείπεις.
Και ας είναι ξένα, μη σε νοιάζει.
Και ας είμαι ξένη, μη σε νοιάζει.

Ματωμένα ιδεογράμματα σε κάτασπρο πανί.
Άραγε ο γαλαζιος θάνατος να λιώνει τις καύτρες;

Σκάλες,έξοδος.
Ήλιος, έξοδος.
Θάλασσα, έξοδος.
Α Δ Ι Ε Ξ Ο Δ Ο.

Λιμάνι


Σαν κύλινδρος ορμά στα πέτρινα καράβια.
Η καταλανική λαγνεία στα μαλλιά της.
Και η δρασκελιά της έρμαιο στην παλέτα της αλμύρας.
Μ α κ ρ ι ά .
Κάποιοι ψίθυροι καφεϊνης, κάποιες καπνοφόρες ανάσες, βουτιά στα παλλόμενα νερά.
Χορεύτριες ακτίνες, γελαστά ποδήλατα - λύπης ποδηλάτες.
Ούρλιαζε ιδανικά η καλοχτισμένη παραμυθούπολη.
Πόσο μ α κ ρ ι ά ;
Και τα μεσάνυχτα οι καρβουνιασμένες μπούκλες του νεοσύλλεκτοι στρατιώτες τεστοστερόνης και ηδονικά εξεγερμένου ιδρώτα.
Γέλιο υστερικής ύαινας στο νοικιασμένο κρεβάτι της.
Ματωμένο οινόπνευμα, ρυτιδιασμένοι σπόροι πορτοκαλιάς, χαρακιές στο πονεμένο δέντρο.
Κυριακάτικο πικ νικ σε κουφάρι παραδείσου.
Ακόμα μ α κ ρ ι ά ;
- Εύχομαι να ριζώσω εδώ.
Μα πάντα ικετεύει να την ξεκίσουν όταν ανθίζει.
Μ α κ ρ ι ά ; Ακόμα μ α κ ρ ι ά;
Μα κάθε Δευτέρα τη στέλνουν πίσω.
Μα κάθε Δευτέρα πεθαίνει.
Εισπνοή, εκπνοή - μια πνοή.
- Μ α κ ρ ι ά; Μ α κ ρ ι ά;
Φωνάζει.
Ακούστε.
- Είμαι μ α κ ρ ι ά;
Ανατολή ηλίου. Δευτέρας καλημέρα.
Δύο κρότοι από μπαρούτι και μετά σιωπή.

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Πράξη πρώτη.


Βουβό ταλάντευμα θηλυκής σαρκός πάνω σε ξεπλυμένα μάρμαρα.
Ο ήλιος περιμένει.
Και οι παλάμες να κροτήσουν.
Μα η μαύρη σκόνη κοντοζυγώνει.
Ανάθεμα, δε θυμάται τους στίχους.
Και ανάθεμα, το τσιγάρο σιωπά.
Πάγος τεμαχισμένος το μυαλό, στοιβαγμένος ομοιόμορφα σε σκαλοπάτια συγχισμένης αριστοκρατίας.
Τα δαχτυλα σχίζουν τα φρένα του αόρατου πιάνου.
Μα εκείνοι περιμένουν.
Και εκείνος λαχταρά να κάψει.
Τώρα οι φωνές τους τείχη πελώρια θυμωμένου κάστρου.
Και ο αέρας ο σκληρότερος εραστής, ηθικός αυτουργός δακρυσμένων αστερισμών.
Και το κύμα φυσαλίδες αφρισμένου πόνου στο μετωπό της.
Έλιωσαν την κιθάρα της και την έχυσαν σε μια κάμαρα γεμάτη κάρβουνα.
Και κείνη δεν τραγουδά πια την αγάπη.
Μόνο κεντάει τις έξι κλωστές πάνω στο στέρνο της.
Και γύρω από το λαιμό της.
Τώρα βελονίζει τα μάγουλά της.
Τώρα πυρπολεί τα κόκκινα άχυρα που θολώνουν τη ματιά της.
Και δίχως δεύτερη πνοή αγκαλιάζει τον κρημνό της.
Και πάνω στον αέρινο παλμό λυκνίζεται υποτακτικά στο γαλάζιο εραστή.
Στον τελευταίο γαλάζιο εραστή της.
Ο ήλιος ακλόνητος.
Κρότος χεριών.
Κάηκε. Την έκαψαν.
Τέλος πράξης.