Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Άνθρωπος, πάθος και άλλες ιστορίες


Αυτό που βλέπεις εσύ σε μένα, βλέπω γω σε κείνον.
Και αυτό που βλέπω γω σε κείνον, βλέπει εκείνος σ' άλλη.
Μην ξεχνάς.
Είμαστε όλοι ο ίδιος άνθρωπος ιδωμένος από διαφορετική πλευρά.
Όλοι κομμάτι της ίδας δαντέλας, κεντημένοι άλλοτε στις άκρες, άλλοτε στη μέση.
Και χορεύοντας κάποτε κάποτε από μια κλωστή της - μη χορεύεις πολύ, 8α πέσεις.
Όχι, ορκίζομαι ότι ούτε εγώ θα χορέψω πολύ. Υπόσχομαι τουλάχιστον.
Μα δε σου κρύβω, υπάρχουν στιγμές που δε κρατιέμαι να μείνω ακίνητη.
Που παλεύω να καρφώσω τα πόδια μου στο πάτωμα, μα τίποτα.
Που θέλω να υποκλιθώ σ' εκείνες τις μουσικές, ξέρεις...
Γαργαλούν αργά αργά τα αυτιά μου, ξεγελούν με το χαμόγελο του παλιάτσου και με βρόντο προσγειώνονται στην ενδοχώρα.
Σ' αυτό το στράτευμα πονηριάς και γλυκού επεκτατισμού, πες μου αλήθεια, πώς μπορείς να αντισταθείς;
Σ' αυτή τη ενορχηστρωμένη δίνη που σου υπόσχεται ολόκληρη τη ζωή σε μια μέρα μόνο.
Και που σε μια μέρα στην παίρνει πίσω.
Μια δίνη αιώνια και μακάβρια.
Μια μουσική αιώνια και μακάβρια.
Και κει αρπάζω την κλωστή.
Και χορεύω αστμάτητα, με βλέμμα ασταμάτητα προκλητικό.
Και τυπώνω και γω μια δαγκωματιά στο μήλο του Αδάμ.
Και συ δε μπορείς ν' αντισταθείς, το ξέρω.
Παλεύεις, μα δε μπορείς.
Και θέλεις τόσο να χορέψεις κρατώντας μοναχά τη φτηνή σου κλωστή.
Και θέλω τόσο να χροέψω κρατώντας μοναχά τη φτηνή μου κλωστή.
Στο είπα εξάλλου.
Είμαστε όλοι ο ίδιος άνθρωπος ιδωμένος από διαφορετική πλευρά.
Παιδιά της κακίας με φωτεινά διαλείμματα ευγένειας.
Ή το αντίστροφο, δεν ξέρω.
Ποτέ δεν ξέρεις τι να περιμένεις από τους ανθρώπους.
Από τα ανθρωπάκια. Από μένα και από σένα.
Και όταν γελάς, γελώ και γω, μόνο που γελώ με άλλο αστείο.
Και όταν κλαις, κλαίω και γω, μόνο που κλαίω για άλλα μάτια.
Και όταν πληγώνεις, πληγώνω και γω, μόνο που πληγώνω άλλη καρδιά.
Και όταν πληγώνεσαι, πληγώνομαι και γω, μόνο που ζω άλλο δράμα.
Πάψε να κλαις, να πάψω και γω.
Όχι, δε γίνεται.
Τότε κράτα μου το χέρι να κλάψουμε παρέα.
Μην ξεχνάς σου λέω.
Είμαστε όλοι ο ίδιος άνθρωπος ιδωμένος από διαφορετική πλευρά.
Απόσπασμα από το ίδιο αρχαίο παραμύθι.
Νότα τσαλακωμένη από το ίδιο πεντάγραμμο.
Λαμπιόνι από τον ίδιο αστερισμό.
Σκιές στον ίδο τοίχο.
Δάκρυ από την ίδια βροχή.
Και την ίδια βροχή πρέπει να στάξουμε.





*-Σύγχιση;
-Όχι.
-Τρέλα;
-Όχι.
-Τότε;
-Zωή.


Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Αναμνήσεις


Κάτι από τον περσινό χειμώνα.
Γιατί ξεσκόνιζα τις παλιές μου μουτζούρες και έπεσα πάνω σ' αυτήν.
Και γιατί πάει περίπου ένας χρόνος...


Για κάθε λεπτό που σπατάλησα στη σκέψη των ματιών σου.
Για κάθε ώρα που 'δωα στην ανάμνηση των χειλιών σου.
Για κάθε μέρα που 'τρεχε και το άγγιγμα σου δεν ερχόταν.

Για κάθε δάκρυ που ΄ριχνα σκυμμένη πάνω από ατέλειωτες σελίδες ξεφτισμένων βιβλίων.
Για κάθε μου κραυγή που ξεχυνόταν στην αβάσταχτη ηχώ του ξεχασμένου πάρκου.
Για κάθε μου μοναχική περιπλάνηση στους άλλοτε κοινούς μας δρόμους.

Για κάθε χαμόγελο που πίσω του έκρυβε ερείπια και λόγια λησμονημένα.
Για κάθε κίβδηλο σ' αγαπώ σ' άγνωστους πρωταγωνιστές.
Για κάθε ευχή μου και κάθε κατάρα μου.


Για κάθε φορά που πίστεψα πως τις άδειες ώρες σου γέμιζε το πρόσωπό μου, η ανάσα μου, τα φιλιά μου.
Πως με κάθε ξύπνημα αναζητούσες τη μυρωδιά μου.
Για κά8ε φορά που πίστεψα πως 8α γυρνούσες.
Πως θ' άνοιγες πάλι ορμητικά την πόρτα μου, τάζοντας μου αστέρια και έρωτες.
Γι' αυτή τη φορά.
Για κά8ε καταραμένη φορά.
Για κάθε στιγμή που ονειρικά βυθιζόμουν στο είναι σου, παραμελώντας επειδεικτικά το δικό μου...
Γι' αυτό σε αγάπησα.
Γι' αυτό σε μίσησα.
Γι' αυτό σε μισώ.
Γι' αυτό σαγαπώ.


*Να 'σαι καλά όπου και να 'σαι. Χάρη σε σένα δε θα ξαναερωτευτώ την καταστροφή.

Εις μνήμην του Ντέκα...

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Στην αναμονή


Ασύστολα πάλλονται τα μηνίγγια μου.
Και ο δείκτης στοχεύει εσένα.
Γιατί να ραγίζει η καρδιά μου πάντα το χειμώνα;
Και πόσους ακόμα χειμώνες θα ραγίσει;
Παίρνεις το τρένο και φεύγεις.
Παίρνεις το τρένο και γυρνάς.
Και με το που γυρνάς ξαναφεύγεις.
Δεν προλαβαίνω. Δε σε προλαβαίνω.
Στάσου λίγο.
Μια φωτεινή ακτίνα και ένα πέπλο σκιάς.
Ένα γέλιο δυνατό και μια σιωπή κενή.
Αμηχανία.
Επόμενο βήμα το φιλί ή ένα αντίο και καληνύχτα;
Μέρες αδιάφορες. Και αλλεπάλληλες κουκίδες ενδιαφέροντος.
Και ξανά μέρες αδιάφορες. Και μετά χτυπάει το τηλέφωνο.
Συνταγή για ατέλειωτες ώρες βασάνων μπροστά σε κάτασπρο τοίχο.
Και για τον τέλειο ερωτκό θάνατο.
Μακάρι να σου 'χαν μάθει να λες το "όχι" ή το "ναι" από την αρχή.
Τώρα το "σ' αγαπώ" μου θα 'χε μια απάντηση.
Τώρα θα ΄ξερα αν μαζί με τον ήλιο θα 'πρεπε να χαίρομαι και γω.
Τώρα 8α 'ξερα αν έπρεπε να σε μισήσω ή να σου χαρίσω τα βιβλία μου.
Τώρα δε θα 'χανα τον καιρό μου παλεύοντας να σου δώσω αυτό το ποίημα.
Ανάθεμα, κοίτα!
Πάλι τρύπησα το δάχτυλό μου.
Στο ίδιο αγκάθι.
Στο ίδιο σημείο.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Στη λέξη που αρχίζει από "πι"...




Πονάω.
Ο ήλιος μου δύει την ίδια ώρα που ανατέλλει.
Πονάς.
Τα ρούχα σου ένας σωρός ξυλωμένων κλωστών στη γωνιά του δωματίου.
Πονάει.
Το μυαλό του ένα πιάνο παλιό και οι σκέψεις του πλήκτρα στην αγκαλιά της αποσύνθεσης.
Πονάμε.
Η πρώτη νότα της πιο γλυκιά μας μελωδίας πνίγεται σε ουρλιαχτά υπόγειων μαγισσών.
Πονάτε.
Τα νεόχτιστα μπουμπούκια της αυλή σας ταπεινοί υπήκοοι της τυραννίας του γέρικου δέντρου.
Πονούν.
Οι φυσαλίδες των ονείρων τους θύματα των κεντριών του εφιάλτη.
Και ο πόνος τους ίσος με το δικό μου και το δικό σου.
Με το δικό μας και το δικό σας.
Πόν-ως;

Θα 'θελα αλήθεια να μάθω αν το μυαλό σου κυβερνούν ποιήματα ή εξισώσεις μαθηματικές. Τότε ίσως, λέω ίσως, να σταματούσα να πονάω.

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Ίσως > Σίγουρα


Αν δεν υπήρχε αυτό το "ίσως", τότε ίσως ο κόσμος αυτός θα ήταν καλύτερος. Ωπ, να το πάλι το καταραμένο. Πώς εκσφενδονίζεται πάντα έτσι αυθόρμητα από το στόμα σου;
Από τη μία σκέφτομαι: ίσως (ξανά και ξανά πφφ) να είναι αυτό το κάτι που σου προσφέρει το μυστήριο, που σε κρατάει σε εγρήγορση, η σωτηρία από την ανία και την προσχεδιασμένη σου καθημερινότητα.
Από την άλλη: όταν τον εγκεφαλικό σου χώρο καταλαμβάνουν χωρίς αιδώ αυτά τα τέσσερα γραμματάκια, που ανενόχλητα και αενάως φωσφορίζουν, συνθλίβοντας την προσδοκία κάθε άλλης αισόδοξης σκέψης, τότε ίσως (να το ξανά και ξανά) είναι που βιώνεις την ανθρώπινη ανασφάλεια στο απόγειό της. Τόσο μικρή λέξη, κι όμως τόσο μεγάλη καταστροφή. Το "ίσως", κρατώντας σφιχτά το καμτσίκι του, σε μαγιστώνει αλύπητα και σου θυμίζει για πολλοστή φορά πόσο αδύναμη είναι η ανθρώπινη φυλή. Μια κουκίδα, ένας πιστός και σκυφτός υπηρέτης στη διάθεση του θεού του "σίγουρα".
Ξεσκονίζοντας τις προσωπικές μου εμπειρίες, διαπιστώνω ότι οι πιο βασανιστικές μου σκέψεις περιστρέφονται γύρω απ' αυτή λέξη - με φορά και ρυθμό που η λέξη αυτή πάντα καθορίζει. Σκέψεις που σου σπάνε το μαυλό, που σου τρώνε την ψυχή, που σε κάνουν να ανρωτιέσαι αν αυτό στο οποίο βρίσκεσαι είναι η ίδια η ζωή ή ένα όνειρο, αν η ζωή και το όνειρο είναι το ένα και το αυτό, αν στην πραγματικότητα έζησες ποτέ ή αν απλά νόμιζες ότι έζησες, αν εσύ που αναπνέεις και εσύ που σκέφτεσαι είστε το ίδιο πρόσωπο, αν... αν... αν... Η απάντηση ποτέ δεν έρχεται, πάντα την προλαβαίνει αυτό το "ίσως ".
Ίσως (...) το "ίσως" να είναι ο λόγος που είσαι εδώ, ο λόγος γι' αυτό που αποκαλείται "ζωή". Αυτό που προκαλεί τη ζωή, που την κατευθύνει, ο λόγος που την συνεχίζει ή την τερματίζει. Η ζωή και ο θάνατος είναι το "ίσως". Κρίμα, ξέρω πόσο θα ΄θελες να ζεις με σιγουριά. Να είσαι σίγουρος τόσο γι' αυτά που έζησες όσο και γι' αυτά που θα ζήσεις. Πόσο εύχεσαι το "σίγουρα" να νικούσε το "ίσως", να του 'κλεβε το στέμμα και να βάδιζε με υπερηφάνια προς το θρόνο του. Και συ πανηγυρικά να χειροκροτούσες. Να χειροκροτούσες πανηγυρικά τη σίγουρη ζωή σου. Τη σίγουρη ζωή σου και το σίγουρο θάνατό σου. Όχι λάθος, το σίγουρο θάνατό σου μόνο.

Η απαισιοδοξία της χαράς και η αισιοδοξίας της θλίψης σου.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

-



Πες μου, αλήθεια.
Θα συνεχίσεις να ακούς αυτό το χιλιοτσαλακωμένο τραγούδι;
Και καμία λέξη να μη σχηματίζουν τα χείλια σου.
Να το ακούς και να σωπαίνεις.
Και όταν σωπαίνεις, τότε να θέλεις να ξεράσεις έναν χείμαρρο ουρλιαχτών.
Και όταν ουρλιάζεις, τότε να θέλεις να σωπαίνεις.

Το ξέρω όταν λες καλημέρα, μυστικά καταριέσαι.
Και όταν τα δάκτυλά σου χάνονται σε μπερδεμένες μπούκλες, με λύσσα θες να τις τεντώσεις.
Και όταν στο μέτωπο φιλάς, ξέρω θες να το ρουφήξεις.
Και όταν από τη μέση με κρατάς, στα δύο θέλεις να με σπάσεις.

Όταν το ποτήρι κρασί κόκκινο ξεχειλίζει, μ' ενα σκούντημα το χύνεις.
Και όταν το τσιγάρο σου ανάβουν, στο πεζοδρόμιο το λιώνεις.
Και όταν χύνεται η αγαπημένη σου μελωδία, το ραδιόφωνο ψαλιδίζεις.
Και όταν χαμόγελα σου στέλνουν, εσύ σε δάκρυα ξεσπάς.

Και όταν στην πόρτα των ονείρων κοντοζυγώνεις, μαρμάρινος στέκεσαι.
"Απαγορεύεται η είσοδος" διαβάζεις.
Σωστά διαβάζεις.
Μη μπεις στα όνειρα. Δε μπορείς να μπεις στα όνειρα.
Μη μπεις στο όνειρό μου. Δε μπορείς να μπεις στο όνειρό μου.
Μα πώς να μπεις στο όνειρό μου όταν δε μπορείς δικά σου όνειρα να φτιάξεις;
Όταν δε θέλεις δικά σου όνειρα να φτιάξεις.
Όταν σου λένε σαγαπώ και συ ανοίγεις τη χούφτα σου και τους δίνεις ένα κόκκινο αηδόνι.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Υπερχείλιση

No inspiration today, απλά 3 πράγματα που σημάδεψαν τη μέρα μου.

*Το τελευταίο κομμάτι από την τελευταία μου ολλανδική σοκολάτα.
*Homemade καρτ ποστάλ από τον ναό της ολλανδικής καλτίλας.

*Και αυτό το τραγούδι που έχει στοιχειώσει το ipod μου ολημερίς.
Γιατί είμαι μια ανθρώπινη μύγα. ζζζζ


ΥΓ: Αγνοήστε αυτό το ποστ.

Bis bald!