Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Στη λέξη που αρχίζει από "πι"...




Πονάω.
Ο ήλιος μου δύει την ίδια ώρα που ανατέλλει.
Πονάς.
Τα ρούχα σου ένας σωρός ξυλωμένων κλωστών στη γωνιά του δωματίου.
Πονάει.
Το μυαλό του ένα πιάνο παλιό και οι σκέψεις του πλήκτρα στην αγκαλιά της αποσύνθεσης.
Πονάμε.
Η πρώτη νότα της πιο γλυκιά μας μελωδίας πνίγεται σε ουρλιαχτά υπόγειων μαγισσών.
Πονάτε.
Τα νεόχτιστα μπουμπούκια της αυλή σας ταπεινοί υπήκοοι της τυραννίας του γέρικου δέντρου.
Πονούν.
Οι φυσαλίδες των ονείρων τους θύματα των κεντριών του εφιάλτη.
Και ο πόνος τους ίσος με το δικό μου και το δικό σου.
Με το δικό μας και το δικό σας.
Πόν-ως;

Θα 'θελα αλήθεια να μάθω αν το μυαλό σου κυβερνούν ποιήματα ή εξισώσεις μαθηματικές. Τότε ίσως, λέω ίσως, να σταματούσα να πονάω.

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Ίσως > Σίγουρα


Αν δεν υπήρχε αυτό το "ίσως", τότε ίσως ο κόσμος αυτός θα ήταν καλύτερος. Ωπ, να το πάλι το καταραμένο. Πώς εκσφενδονίζεται πάντα έτσι αυθόρμητα από το στόμα σου;
Από τη μία σκέφτομαι: ίσως (ξανά και ξανά πφφ) να είναι αυτό το κάτι που σου προσφέρει το μυστήριο, που σε κρατάει σε εγρήγορση, η σωτηρία από την ανία και την προσχεδιασμένη σου καθημερινότητα.
Από την άλλη: όταν τον εγκεφαλικό σου χώρο καταλαμβάνουν χωρίς αιδώ αυτά τα τέσσερα γραμματάκια, που ανενόχλητα και αενάως φωσφορίζουν, συνθλίβοντας την προσδοκία κάθε άλλης αισόδοξης σκέψης, τότε ίσως (να το ξανά και ξανά) είναι που βιώνεις την ανθρώπινη ανασφάλεια στο απόγειό της. Τόσο μικρή λέξη, κι όμως τόσο μεγάλη καταστροφή. Το "ίσως", κρατώντας σφιχτά το καμτσίκι του, σε μαγιστώνει αλύπητα και σου θυμίζει για πολλοστή φορά πόσο αδύναμη είναι η ανθρώπινη φυλή. Μια κουκίδα, ένας πιστός και σκυφτός υπηρέτης στη διάθεση του θεού του "σίγουρα".
Ξεσκονίζοντας τις προσωπικές μου εμπειρίες, διαπιστώνω ότι οι πιο βασανιστικές μου σκέψεις περιστρέφονται γύρω απ' αυτή λέξη - με φορά και ρυθμό που η λέξη αυτή πάντα καθορίζει. Σκέψεις που σου σπάνε το μαυλό, που σου τρώνε την ψυχή, που σε κάνουν να ανρωτιέσαι αν αυτό στο οποίο βρίσκεσαι είναι η ίδια η ζωή ή ένα όνειρο, αν η ζωή και το όνειρο είναι το ένα και το αυτό, αν στην πραγματικότητα έζησες ποτέ ή αν απλά νόμιζες ότι έζησες, αν εσύ που αναπνέεις και εσύ που σκέφτεσαι είστε το ίδιο πρόσωπο, αν... αν... αν... Η απάντηση ποτέ δεν έρχεται, πάντα την προλαβαίνει αυτό το "ίσως ".
Ίσως (...) το "ίσως" να είναι ο λόγος που είσαι εδώ, ο λόγος γι' αυτό που αποκαλείται "ζωή". Αυτό που προκαλεί τη ζωή, που την κατευθύνει, ο λόγος που την συνεχίζει ή την τερματίζει. Η ζωή και ο θάνατος είναι το "ίσως". Κρίμα, ξέρω πόσο θα ΄θελες να ζεις με σιγουριά. Να είσαι σίγουρος τόσο γι' αυτά που έζησες όσο και γι' αυτά που θα ζήσεις. Πόσο εύχεσαι το "σίγουρα" να νικούσε το "ίσως", να του 'κλεβε το στέμμα και να βάδιζε με υπερηφάνια προς το θρόνο του. Και συ πανηγυρικά να χειροκροτούσες. Να χειροκροτούσες πανηγυρικά τη σίγουρη ζωή σου. Τη σίγουρη ζωή σου και το σίγουρο θάνατό σου. Όχι λάθος, το σίγουρο θάνατό σου μόνο.

Η απαισιοδοξία της χαράς και η αισιοδοξίας της θλίψης σου.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

-



Πες μου, αλήθεια.
Θα συνεχίσεις να ακούς αυτό το χιλιοτσαλακωμένο τραγούδι;
Και καμία λέξη να μη σχηματίζουν τα χείλια σου.
Να το ακούς και να σωπαίνεις.
Και όταν σωπαίνεις, τότε να θέλεις να ξεράσεις έναν χείμαρρο ουρλιαχτών.
Και όταν ουρλιάζεις, τότε να θέλεις να σωπαίνεις.

Το ξέρω όταν λες καλημέρα, μυστικά καταριέσαι.
Και όταν τα δάκτυλά σου χάνονται σε μπερδεμένες μπούκλες, με λύσσα θες να τις τεντώσεις.
Και όταν στο μέτωπο φιλάς, ξέρω θες να το ρουφήξεις.
Και όταν από τη μέση με κρατάς, στα δύο θέλεις να με σπάσεις.

Όταν το ποτήρι κρασί κόκκινο ξεχειλίζει, μ' ενα σκούντημα το χύνεις.
Και όταν το τσιγάρο σου ανάβουν, στο πεζοδρόμιο το λιώνεις.
Και όταν χύνεται η αγαπημένη σου μελωδία, το ραδιόφωνο ψαλιδίζεις.
Και όταν χαμόγελα σου στέλνουν, εσύ σε δάκρυα ξεσπάς.

Και όταν στην πόρτα των ονείρων κοντοζυγώνεις, μαρμάρινος στέκεσαι.
"Απαγορεύεται η είσοδος" διαβάζεις.
Σωστά διαβάζεις.
Μη μπεις στα όνειρα. Δε μπορείς να μπεις στα όνειρα.
Μη μπεις στο όνειρό μου. Δε μπορείς να μπεις στο όνειρό μου.
Μα πώς να μπεις στο όνειρό μου όταν δε μπορείς δικά σου όνειρα να φτιάξεις;
Όταν δε θέλεις δικά σου όνειρα να φτιάξεις.
Όταν σου λένε σαγαπώ και συ ανοίγεις τη χούφτα σου και τους δίνεις ένα κόκκινο αηδόνι.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Υπερχείλιση

No inspiration today, απλά 3 πράγματα που σημάδεψαν τη μέρα μου.

*Το τελευταίο κομμάτι από την τελευταία μου ολλανδική σοκολάτα.
*Homemade καρτ ποστάλ από τον ναό της ολλανδικής καλτίλας.

*Και αυτό το τραγούδι που έχει στοιχειώσει το ipod μου ολημερίς.
Γιατί είμαι μια ανθρώπινη μύγα. ζζζζ


ΥΓ: Αγνοήστε αυτό το ποστ.

Bis bald!

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Αθήνα, δυο μέρες μετά


Γέλιο - κλάμα. Κλάμα - γέλιο. Σιωπή.
Και το ίδιο από την αρχή. Ξανά και ξανά.
Ώσπου καταλήγω να χορεύω με την αντανάκλαση του καθρέφτη.
Και με τα ποδήλατα που αχνοφαίνονται στο βάθος.
Στις όχθες των καναλιών.
Χαιρετώ το τραμ.
Μ' ένα κομμάτι μηλόπιτα στο χέρι.
Και μ' ένα στριφτό στο άλλο.
Μούδιασμα ποδιών, μελανιές χεριών.
Συνεχίζω να προχωρώ,
Βροχή και αέρας φονιάς.
Ομπρέλες και αδιάβροχα.
Συνεχίζω να προχωρώ.
Σκισμένος χάρτης, σπασμένη πυξίδα.
Συνεχίζω να προχωρώ.
Χλωμά πρόσωπα, κορμιά γιγάντων.
Συνεχίζω να προχωρώ.
Ένα λυπημένο χαμόγελο στην Άννα Φρανκ, τα σέβη μου στον φαν Χοχ.
Και συνεχίζω να προχωρώ.
Κύκνοι στο νερό, γυναίκες στις βιτρίνες.
Κόκκινα φώτα και συνεχίζω να προχωρώ.
Δε με νοιάζει να χαθώ.
Μόνο να μένω μέσα τους κύκλους θέλω.
Όχι στην αρχή και όχι στο τέλος.
Μόνο μέσα στους κύκλους,
Όχι στην πρώτη μέρα και όχι στην πέμπτη.
Μόνο μέσα στους κύκλους.
Μα οι μόνοι κύκλοι που μένουν είναι αυτοί στην επιφάνεια του καθρέφτη.
Αυτούς που ζωγραφίζω με το άγγιγμά μου στο γυαλί.
Αυτούς που ζωγραφίζω μέσα στο κεφάλι μου.
Αυτούς που πάντα ζωγράφιζα μέσα στο κεφάλι μου.
Αυτούς που η πόλη των καναλιών κατάφερε να ταράξει.
Μα μόνο για λίγο.
Γιατί, άνάθεμα, πέρασε και η πέμπτη μέρα.
Και γω συνεχίζω να χορεύω με τον εαυτό μου.



ΥΓ: Nouvelle Vague,7/11/2009 Gagarin. Απλά ΕΠΡΕΠΕ να είσαι εκεί.

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

2 είναι οι μέρες μου


Η ώρα είναι δέκα και μισή, η κυρία καφετιέρα κελαηδάει γλυκά και το πρώτο τσιγάρο μου λέει καλημέρα.
Και γω μένω να κοιτάω τον τοίχο.
Γιατί με θυμάμαι πάντα ξαπλωμένη στο πίσω κά8ισμα του αυτοκινήτου, με το κεφάλι μου ακουμπισμένο στα γονατά της και το παλιό μας κασετόφωνο να παίζει Αρλέτα. Και οι μουντοί γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι να μην τελειώνουν ποτέ.
Και τώρα μαζί με 3 άλλες μάγισσες 8έλω να κατακτήσω ολλανδικά κανάλια.
Και 8α το κάνω.
Σε μια μέρα και μια μέρα.


''Αμα ιδείς μες σ' έναν κόκκο άμμου ολάκερο τον κόσμο
Και σ' ένα αγριολούλουδο ιδείς τον Ουρανό
Σημαίνει πως το Άπειρον στα χέρια σου κρατάς
Και την Αιωνιότητα πως ζεις σε μία μόνον ώρα" -William Blake

Ουρανός. Άπειρον. Αιωνιότητα. Άμστερνταμ. Ένας κόκκος άμμου κι ο ουρανός ολόκληρος.

YΓ: *Και αυτό για την Mutti μου*

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Μια παλάμη μακριά


Και δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο.
Μόνο το τεράστιο υπεργαλαξιακό καράβι που θα με πάει στη χώρα με τις τουλίπες.
Σε πέντε μέρες.
Σε πέντε μέρες σου λέω θα έχω θέση δίπλα στο παράθυρο.
Και τα συννεφάκια 8α στριμώχνονται για το ποιο 8α με χαιρετήσει πρώτο.

Δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο. Το πιστεύεις;
Ούτε εσένα ούτε το βαλς των κορμιών μας στο σιδερένιο μου κρεβάτι, αυγουστιάτικο ξημέρωμα.
Ούτε την αγκαλιασμένη κατάβαση Σύνταγμα - Θησείο. Αντίο.
Μαρμάρινο πλάσμα, πάντα κινείσαι μα πάντα μένεις εκεί.
Σε 5 μέρες διάολε.

Βαρέθηκα ν' αναρωτιέμαι αν θα μπορέσω να περιμένω μέχρι τη νύχτα που θα καταλάβεις ότι είμαι η μέρα σου.
Όπως βαρέθηκα και να χάνομαι στους δρόμους αυτής της πόλης.
Όχι, ψέμα. Βαρέθηκα επειδή δε μπορώ να χαθώ στους δρόμους αυτής της πόλης.
Κάθε γωνία ένα φιλί, κάθε βρωμόστενο ένα δάκρυ, κάθε φανάρι ένα σ'αγαπώ.

Δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο.
Ούτε εκείνα τα λόγια.
Λόγια δικά σου, λόγια δικά μου, λόγια δικά τους, λόγια, λόγια, λόγια, αλήθεια, ψέμα, ευχή, κατάρα, λόγια, λόγια, λόγια, μόνο λόγια -Στοπ.

Δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο.
Ξεχαρβάλωσα τα εγκεφαλικά μου γρανάζια επίτηδες.
Άσκοποι κύκλοι, άσκοπες σκέψεις, άσκοπες μνήμες - ας πάνε στο καλό.

Δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο.
Ούτε το κόκκινο χαστούκι σου στο χιονισμένο μου μάγουλο.
Ούτε την ζωγραφισμένη δαγκωματιά μου στο μπράτσο σου.
Ούτε τους στίχους από τ' αγαπημένο μου τραγούδι δε σκέφτομαι.
Αλήθεια, δε σκέφτομαι τίποτ' άλλο.
Τίποτ' άλλο, στ' ορκίζομαι.
Παρά μόνο το πρώτο στριφτό τσιγάρο που θ' ανάψω στην πλατεία με τους μουσικούς και τα ποδήλατα.
Σε πέντε μέρες.